φληνάφημα

(συνήθως στον πληθ.) λόγος ή ισχυρισμός χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο· κενολογία, ανοησία.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

Oι συγγραφείς τού εν λόγω φληναφήματος, παρ’ ότι μη ειδικοί οι ίδιοι, χαρακτηρίζονται από το θράσος που διαθέτει κάθε ημιμαθής.

Οι αμερικανικές δυνάμεις, παρά τα φληναφήματα περί στρατού απελευθέρωσης, φρόντισαν αμέσως να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τις πετρελαιοπηγές τής χώρας.

Η ανούσια συζήτηση των δύο πολυδιαφημισμένων φιλοσόφων ήταν μνημείο κοινοτοπιών και φληναφημάτων.

Βλ.λ. κενολογία, μωρολόγημα, πομφόλυγα

ΕΤΥΜ. αρχαία λ., < φληναφῶ (-άω) «φλυαρώ, ανοητολογώ», που ίσως σχηματίστηκε από το συνώνυμο φληνύω «φλυαρώ» κατ’ αναλογίαν προς το ψηλαφῶ (-άω) (τού οποίου το β΄ συνθετικό εικάζεται ότι προέρχεται από τη λ. ἁφή). Θεωρείται ότι εντάσσεται στην ευρεία ετυμολογική οικογένεια όρων που ανάγονται σε ρίζα με σημασία «φουσκώνω, διογκώνω», οπότε πιθανόν συνδέεται επίσης με τις λ. φλέβα, φλύαρος, φλοιός, φλοίσβος, φλύκταινα, φαλλός κ.ά.

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο