αμετροεπής

αμετροεπής, -ής, -ές {αμετροεπ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.) 1. αυτός που δεν έχει μέτρο στα λόγια του, που φλυαρεί: ~ ομιλητής ΣΥΝ. φλύαρος 2. αυτός που λέει υπερβολικά λόγια, μεγαλοστομίες ή προσβολές.  ― αμετροέπεια (η) [1887], αμετροεπώς επίρρ.  ☛ ΣΧΟΛΙΟ λ. -ης, -ης, -ες, εχέμυθος.

[ΕΤΥΜ. αρχ. < ἄμετρος + -επής < ἔπος «λόγος»].

ΣΥΝΩΝΥΜΑ

1 (π.χ. ~ πολιτικός) μεγαλόστομος, βερμπαλιστής 2 (κατ’ επέκτ.) φλύαρος, απεραντολόγος || (οικ.) πολυλογάς, φαφλατάς (εκφραστ.), γλωσσάς ΑΝΤ. λιγομίλητος, ολιγόλογος, λακωνικός. ☛ ΣΧΟΛΙΟ λ. εχέμυθος

αμετροεπής (-ής, -ές)

αυτός που δεν έχει μέτρο στα λόγια του, που φλυαρεί· αυτός που χρησιμοποιεί μεγαλοστομίες ή υπερβολές.

ΧΡΗΣΕΙΣ_~ κολακεία / λαϊκισμός / συμπεριφορά

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

Το ίδιο συμβαίνει στον Σαρλό, στον Καραγκιόζη, στον Αριστοφάνη. Δεν κάνω συγκρίσεις μεγέθους, μη φανώ αμετροεπής· απλώς φέρνω μερικά παραδείγματα.

Ο πρόεδρος τού κόμματος έστειλε έμμεσο μήνυμα στους αμετροεπείς βουλευτές ότι θα πρέπει να προσέχουν πολύ όταν δίνουν συνεντεύξεις.

Από νωρίς έδωσε δείγμα των αμετροεπών δηλώσεων, που με την πάροδο τού χρόνου θα αποτελέσουν βασικό συστατικό τής δημόσιας εικόνας του.

Γενικώς προβάλλει αμετροεπείς αξιώσεις σε σχέση με αυτό που πραγματικά αντιπροσωπεύει στο πολιτικό φάσμα.

- αμετροέπεια (η), αμετροεπώς επίρρ.

ΕΤΥΜ. αρχαία λ. ἀμετροεπής < ἄμετρος + -επής < ἔπος «λόγος». Η λ. δήλωνε εξαρχής αυτόν «που μιλάει χωρίς μέτρο, χωρίς να μετράει τα λόγια του».

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο