ίσταμαι

Από Ι.Ε. ρίζα με σημασία «στήνω - στέκω» προήλθε ευρεία ομάδα λέξεων τής Ελληνικής, οι οποίες έχουν ως αφετηρία την αντίληψη τής στάσης ή τής όρθιας θέσης / τοποθέτησης. Οι κυριότερες λέξεις τής εν λόγω ομάδας σχηματίστηκαν ως εξής:

α) από θέμα στα-: αρχ. ἵ-στα-μαι, στα-θμός, στά-θμη, στά-σις (-η), στα-τήρ(ας), σταθ-ερός, στα-τός, στά-διο(ν) κ.ά.

β) από θέμα στη-: αρχ. ἵ-στη-μι (> στήνω), στη-μων (-μονας), ελνστ. ἑ-στη-κω (> στέκω)

γ) από θέμα στα-υ-: αρχ. σταυ-ρός, στῦ-λος, ελνστ. στῦ-σις (-η)

δ) από θέμα στω-: αρχ. στο-ά (< *στω(F)ιά)

ε) από θέμα στ-: αρχ. ἱ-στ-ός (< *σι-στ-ός), από όπου το υποκοριστικό ἱστ-ίο(ν).

ίσταμαι: σύνθετα

Το ρ. ίσταμαι αποτέλεσε την αφετηρία μεγάλου αριθμού ρημάτων, συνθέτων με προθέσεις, τα οποία σχηματίζονται με βάση το λόγιο πρότυπο σε -ίσταμαι (στη μέση φωνή) και -ιστώ (στην ενεργητική φωνή). Τα περισσότερα σχημάτισαν παράγωγα σε -σταση, -στάτης, -στατος, -στημα. Τα κυριότερα είναι:

καθ-ίσταμαι (κατάστα-ση, καταστα-τικός, κατάστη-μα), εγ-καθ-ίσταμαι (εγκατάστα-ση, εγκαταστά-της), αντι-καθ-ίσταμαι (αντικατάστα-ση, αντικαταστά-της), απο-καθ-ίσταμαι (αποκατάστα-ση), υπο-καθ-ίσταμαι (υποκατάστα-ση, υποκατάστα-τος), ανθ-ίσταμαι (αντίστα-ση), δι-ίσταμαι (διάστα-ση, διάστη-μα), εξ-αν-ίσταμαι, συν-ίσταμαι (σύστα-ση, συστα-τικός, σύστη-μα), εξ-ίσταμαι (έκστα-ση, εκστα-τικός), προ-ΐσταμαι, παρ-ίσταμαι (παράστα-ση, παραστά-της, παραστα-τικός, παράστη-μα), συμ-παρ-ίσταμαι (συμπαράστα-ση, συμπαραστά-της), ανα-παρ-ίσταμαι (αναπαράστα-ση), αφ-ίσταμαι (απόστα-ση, αποστά-της, απόστη-μα), εφ-ίσταμαι (επιστά-της), εν-ίσταμαι (ένστα-ση), μεθ-ίσταμαι (μετάστα-ση, μεταστα-τικός), υφ-ίσταμαι (υπόστα-ση, υποστα-τικός), αρχ. ἀν-ίστημι (ανάστα-ση, ανάστη-μα), περι-ίστημι (περίστα-ση, περιστα-τικό), ἐπ-αν-ίστημι (επανάστα-ση, επαναστά-της, επαναστα-τικός) - αναπαρ-ιστώ, εφ-ιστώ, καθ-ιστώ, εγ-καθ-ιστώ, αντι-καθ-ιστώ, απο-καθ-ιστώ, υπο-καθ-ιστώ, συν-ιστώ κ.ά. Ορισμένα από τα παράγωγα των συνθέτων οδήγησαν σε σχηματισμό νέων παραγώγων, π.χ. αποστάτης (αποστασ-ία, αποστατ-ώ), επιστάτης (επιστασ-ία, επιστατ-ώ), επαναστάτης (επαναστατ-ώ) κ.ά.

Με βάση τα παραπάνω παράγωγα σε -στάτης, σχηματίστηκαν νέα σύνθετα με δικά τους παράγωγα, μερικά από τα οποία αποτελούν ελληνογενείς ξένους όρους σχηματισμένους πρώτα σε άλλες γλώσσες: ορθο-στάτης (ορθοστασ-ία), θερμο-στάτης, λυχνο-στάτης, χορο-στάτης (χοροστασ-ία, χοροστατ-ώ), πρωτο-στάτης (πρωτοστατ-ώ), φανο-στάτης, ρεο-στάτης, κηρο-στάτης, ανεμο-στάτης κ.ά.

Επιπλέον, από το θέμα τού ουσιαστικού στάσις σχηματίστηκαν σύνθετα σε -στάσιο και -στασία: εργο-στάσιο, ενοικιο-στάσιο, ηλιο-στάσιο, ποιμνιο-στάσιο, κλιμακο-στάσιο, οπλο-στάσιο, μηχανο-στάσιο, εικονο-στάσιο, κωδωνο-στάσιο, αμαξο-στάσιο, ιππο-στάσιο, χοιρο-στάσιο, λεβη-

το-στάσιο, βου-στάσιο - αιμο-στασία, διχο-στασία.

Τέλος, λίγα σύνθετα έχουν προέλθει από το θέμα σταθ- τού παθ. αορίστου ἐ-στάθ-ην και σχηματίζονται σε -σταθής: α-σταθής (αστάθ-εια), ευ-σταθής (ευσταθ-ώ, ευστάθ-εια).

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο