αρχέτυπος - αρχετυπικός

αρχέτυπος (-η, -ο)

  1. 1. αυτός που χρησιμεύει ως πρότυπο, ως υπόδειγμα· (συνήθως) αρχέτυπο (το) ασυνείδητη εικόνα ή ιδέα κοινή σε όλους τους ανθρώπους (π.χ. η γέννηση, ο θάνατος, ο ήρωας, ο θεός κ.ά.).

     σύμβολο / ιδέα / εικόνα / κάλλος / μορφή

Από τους «Δαιμονισμένους» ώς τη «Μαντάμ Μποβαρί» το αρχέτυπο τού ανθρώπου που εξεγείρεται ενάντια στην πεζή και άδικη πραγματικότητα, συχνά με ολέθριες συνέπειες, πρωταγωνιστεί στη λογοτεχνία.

  1. 2. (στην παλαιογραφία) το κείμενο που θεωρείται ότι βρίσκεται πιο κοντά στο αρχικό κείμενο ενός συγγραφέα και από το οποίο προέρχεται όλη η σωζόμενη χειρόγραφη παράδοση ενός έργου.

Θεωρείται ότι τα τρία αυτά χειρόγραφα προέρχονται από κοινό αρχέτυπο, όπως προκύπτει από τη συγκριτική τους μελέτη.

- αρχετυπικός, -ή, -ό.

ΕΤΥΜ. ελληνιστική λ. ἀρχέτυπος «πρότυπος, υποδειγματικός» < αρχ. ἀρχή + τύπος.

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο