παλιγγενεσία

παλιγγενεσία (η)

η γέννηση για δεύτερη φορά, η αναγέννηση.

εθνική ~ (η απελευθέρωση των Eλλήνων από τους Tούρκους μετά την Eπανάσταση τού 1821)

Η συμβολή τού Ιωάννη Καποδίστρια στην παλιγγενεσία τού έθνους και στην ιδέα τής Ενωμένης Ευρώπης είναι καταλυτικής σημασίας και αδιαμφισβήτητη.

Το συγκεκριμένο θεατρικό έργο παρουσιάζει ομοιότητες με τα πάθη και την παλιγγενεσία τού αρχαίου θεού Διονύσου.

ΕΤΥΜ. ελληνιστική λ., αρχικώς «εκ νέου γέννηση, αναγέννηση», < αρχ. πάλι(ν) + γένεσις. Ήδη από την ελληνιστική εποχή η λ. χρησιμοποιήθηκε επίσης με τη σημασία «παλινόρθωση - επανεμφάνιση».

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο