• Αρχική
  • Λεξιλογικά
  • Λεξιλογικά
  • Ετυμολογία: θρησκεία - θεός - προσευχή - εκκλησία - μετάνοια - συναξάρι

Ετυμολογία: θρησκεία - θεός - προσευχή - εκκλησία - μετάνοια - συναξάρι

θρησκεία

ΣΗΜ.η συγκεκριμένη σε μορφή και περιεχόμενο πίστη σε θεό, σε θεούς ή γενικότ. σε υπερφυσικές δυνάμεις και η αντίστοιχη απόδοση λατρείας

ΕΤΥΜ. αρχ. [ήδη τον 5ο αι. π.Χ. στον Ηρόδοτο, Ἱστ. 2.18.6-7: ἀχθόμενοι τῇ περὶ τὰ ἱρὰ θρησκηίῃ] < θρησκεύω «αποδίδω ιερή υπηρεσία, λατρεύω (θεότητα)», που συνδ. με τις «γλώσσες» τού λεξικογράφου Ησυχίου θρήσκω· νοῶ και θράσκειν· ἀναμιμνήσκειν και ίσως περαιτέρω με τις «γλώσσες» ἐν-θρεῖν· φυλάσσειν και (επίθ.) ἀ-θερές· ἀνόητον, ἀνόσιον. Σε αυτή την περίπτωση, η λ. θρησκεύω θα σήμαινε αρχικώς «φυλάσσω, τηρώ», οπότε δεν μπορεί να αποκλειστεί κάποια σχέση με τα θέματα των ουσ. θρᾶνος (βλ.λ. θρανίο), θρόνος (βλ.λ.).

Θεός

ΣΗΜ. το υπέρτατο προσωπικό ή μη προσωπικό (στις ανατολικές θρησκείες) ον, στο οποίο αποδίδεται η δημιουργία ή/και η λειτουργία τού κόσμου, τής ζωής και τού τελικού σκοπού τους — το ανώτατο προσωπικό ον στη χριστιανική πίστη, όπως περιγράφεται και στο ορθόδοξο δόγμα

ΕΤΥΜ. αρχ., αγν. ετύμου. Eκτός από τις πολυάριθμες παρετυμολογίες (λ.χ. συσχέτιση με το συνώνυμο λατ. deus, με τις αρχ. λ. θέα, θεῶμαι, θέω «τρέχω» κ.τ.ό.), έχουν προταθεί δύο βασικές ετυμολογίες: (α) < *θFεσ-ός, που συνδ. με λιθ. dvasià «πνεύμα», μέσ. γερμ. getwās «φάντασμα», αλλά η άποψη αυτή προσκρούει στην έλλειψη τού δίγαμμα από τον μυκ. τ. te-o, καθώς και στο γεγονός ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν περισσότερο ανθρωπομορφική παρά πνευματική αντίληψη για τους θεούς τους (β) < θ. θε- (< *dhē-, τού ρ. τί-θη-μι), που συνδ. με αρμ. di-k‘ «θεοί», λατ. festus «εορταστικός», άποψη που εντούτοις δεν ερμηνεύει το α΄ συνθ. θεσ- (π.χ. θέσ-φατον, θεσ-πέσιος κ.ά.). Oμόρρ. ἐν-θουσ-ιάζω (βλ.λ.). Mε τη λ. θεός απέδωσαν συστηματικά οι Eβδομήκοντα τις εβρ. λ. Eloháh, Elohim (πληθ. τής μεγαλοπρεπείας) στην Π.Δ.

προσευχή

ΣΗΜ. πράξη με την οποία ο πιστός κάποιας θρησκείας απευθύνεται στον θεό του

ΕΤΥΜ. < ελνστ. προσευχ-ή «επικοινωνία με θεό – τόπος λατρείας, ευκτήριος οίκος» < προσεύχομαι αρχ. [ήδη στον Αισχύλο, 6ος/5ος αι. π.Χ., πβ. Ἀγαμ. 317: θεοῖς μὲν αὖθις, ὦ γύναι, προσεύξομαι] < προσ- + εὔχομαι (βλ.λ.). Από την Αρχαιότητα η λ. συνδύαζε τις σημ. «απευθύνομαι σε θεό» και «αποδίδω λατρεία»

εκκλησία

ΕΤΥΜ. < αρχ. ἐκκλησία [ήδη τον 5ο αι. π.Χ., πβ. Θουκ. Ἱστ. 3.36.6: καταστάσης δ’ εὐθὺς ἐκκλησίας ἄλλαι τε γνῶμαι ἀφ’ ἑκάστων ἐλέγοντο] < *ἐκκλητ-ία (με συριστικοποίηση), από το θ. τού ρηματ. επιθ. ἔκκλη-τος, το οποίο ανάγεται στο ρ. ἐκκαλῶ (-έω) «καλώ έξω – απευθύνω πρόσκληση» < ἐκ- + καλῶ (βλ.λ.). Ο συνιζημένος τύπος ἐκκλησιά είναι μεσν.

ΣΗΜΑΣ. αρχική σημ. «λαϊκή συνέλευση, συνάθροιση πολιτών» (όπως η αρχ. ἐκκλησία τού Δήμου στις πόλεις-κράτη) ’ ελνστ. σημ. (Π.Δ.) «σύναξη τού λαού Ισραήλ (για εορτές ή πολέμους)» (Δευτ. 31,30: καὶ ἐλάλησεν Μωυσῆς εἰς τὰ ὦτα πάσης ἐκκλησίας Ἰσραήλ) ’ ελνστ. σημ. (Κ.Δ.) «το σύνολο των πιστών χριστιανών γενικά ή τοπικά» (Πράξ. 8,1: ἐγένετο δὲ ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ διωγμὸς μέγας ἐπὶ τὴν ἐκκλησίαν τὴν ἐν Ἱεροσολύμοις) ’ ελνστ. σημ. «χώρος λατρείας – ναός» (2ος αι. μ.Χ.).

ΣΧΟΛΙΟ: ναός – εκκλησία. Tο αρχ. ναός προέρχεται από το ρ. ναίω «κατοικώ» και δήλωνε στη θρησκεία των αρχαίων Eλλήνων τον τόπο κατοικίας των διαφόρων θεοτήτων, ενώ στη χριστιανική θρησκεία αναφέρεται στον χώρο λατρείας του Θεού. Διαφορετική αντίληψη εκφράζει η αρχ. λ. ἐκκλησία (βλ.λ.), η οποία αναφερόταν στο σύνολο των πιστών που συγκεντρώνονταν σε διάφορους χώρους λατρείας.

μετάνοια

ΣΗΜ. το αίσθημα ψυχικής συντριβής, ντροπής ή λύπης που αισθάνεται κανείς, όταν συνειδητοποιήσει το κακό ή το σφάλμα που διέπραξε και η διάθεση να αλλάξει τρόπο σκέψης, να το επανορθώσει και να συγχωρηθεί

ΕΤΥΜ
. < αρχ. μετάνο-ια «αλλαγή γνώμης» [ήδη τον 5ο αι. π.Χ. στον Θουκυδίδη, πβ. Ἱστ. 3.36.4: καὶ τῇ ὑστεραίᾳ μετάνοιά τις εὐθὺς ἦν αὐτοῖς καὶ ἀναλογισμὸς ὠμὸν τὸ βούλευμα καὶ μέγα ἐγνῶσθαι, πόλιν ὅλην διαφθεῖραι] ’ Η σημ. «μεταμέλεια για αμάρτημα και απόρριψή του» είναι ήδη ελνστ. (πβ. Κ.Δ. Λουκ. 3,3: καὶ ἦλθεν εἰς πᾶσαν [τὴν] περίχωρον τοῦ Ἰορδάνου κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν).

συναξάρι

ΣΗΜ. σύντοµη ή εκτενέστερη αφήγηση µε αντικείµενο τους µάρτυρες τής πίστης και τα µαρτύριά τους, αλλά και γενικότ. βίους αγίων, οσίων, ιεραρχών, ιστορικές αφηγήσεις για θρησκευτικές εορτές κ.λπ., που περιλαµβάνεται κυρ. στα µηνιαία βιβλία τής Eκκλησίας

ΕΤΥΜ
. < µεσν. συναξάριον < σύναξις + παραγ. επίθηµα -άριον, πβ. κ. ἀλφαβητ-άριον, προσκυνητ-άριον. H λ. οφείλεται στο γεγονός ότι τέτοιες διηγήσεις διαβάζονταν σε συναθροίσεις (συνάξεις) µοναχών.

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο