ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ

ρακέτα
< ιταλ. racchetta < γαλλ. raquette «παλάμη χεριού» < μεσν. λατ. rasceta (manus) «παλάμη (χεριού)» < δημώδ. αραβ. rāhet < αραβ. rāhat «παλάμη χεριού»

ράσο
< πρώιμο μεσν. ῥάσον < λατ. rasum «ένδυμα από τραχύ ύφασμα χωρίς χνούδι», από μτχ. τού ρ. radere «ξύνω, λειαίνω – ξυρίζω»

ρακή
< μεσν. ρακή / ρακί < τουρκ. rakı < αραβ. ‘araqi, είδος χυμού τής Mέσης Aνατολής, φτειαγμένου από σπόρους σιτηρών και ρυζιού ή από χουρμάδες· αρχική σημ. «γλυκό – χυμός»

ραδιούργος
< μεσν. ῥαδιοῦργος (με αναβιβασμό τού τόνου κατά τα κακόσημα κακοῦργος, πανοῦργος) < αρχ. ῥαδιουργός, αρχική σημ. «αυτός που κάνει κάτι με ευκολία, απερισκεψία και επιπολαιότητα», < ῥᾀδιος «εύκολος – επιπόλαιος» (< επίρρ. ῥᾶ «εύκολα, άνετα» + επίθημα -ιδιος, πβ. αίφνης – αιφν-ίδιος) + λεξ. επίθημα -ουργός < ἔργον. H σημ. «πανούργος, μηχανορράφος» είναι μτγν. Από το επιρρ. ῥᾶ τα ράθυμος, ραστώνη.

ραγιάς
μεσν. < τουρκ. raya / reaya < αραβ. ra’ayā’ «σωρός, τσούρμο – κοπάδι»
ραδίκι
μεσν. < ιταλ. radicchio (μέσω του πληθ. radicchi) < δημώδ. λατ. *rādiculum, παράλλ. τ. τού λατ. rādicula, υποκ. τού radix, -icis «ρίζα»

ραγδαίος
αρχ. ῥαγδαῖος < επίρρ. ῥάγδην «βιαίως, σφοδρά» + παραγ. επίθημα -αῖος (πβ. χυδ-αίος, τροχ-αίος). Tο επίρρ. ῥάγδην (που μαρτυρείται ως μτγν.) ανάγεται σε θ. ῥαγ- τού ρ. ῥήγ-νυ-μι (πβ. παθ. αόρ. β΄ ἐρ-ράγ-ην) και επιρρηματικό επίθημα -δην (πβ. φύρ-δην, ἄρ-δην)

ραμολί
< γαλλ. ramolli, μτχ. τού ramollir «μαλακώνω» < r(e)- επαναληπτ. + amollir «εξασθενίζω, μειώνω», από το θ. τού επιθ. mou, mol «μαλακός» (< λατ. mollis). Από τον 16ο αι. συναντάται η γαλλ. φρ. (cerveau) ramolli «εξασθενημένο (μυαλό)», η οποία άρχισε να χρησιμοποιείται για να δηλώσει ηλικιωμένους με μειωμένη ή εξασθενημένη νοητική ικανότητα

ραπ
< αγγλ. rap, ηχομιμητ. λ., η οποία χρησιμοποιήθηκε στην αμερικανική αργκό, ιδ. των Αφροαμερικανών, δηλώνοντας ιδιαίτερο τύπο ομιλίας, που χαρακτηριζόταν από λεκτική επίδειξη και ρυθμικές επαναλήψεις φράσεων. Δεν ευσταθεί η παρετυμολογική αναγωγή στο ελληνογενές αγγλ. rhapsody «ραψωδία»

ραπίζω
< αρχ. ῥαπίζω «χτυπώ με ραβδί», αβεβ. ετύμου. Πιθ. συνδ. με τη «γλώσσα» τού λεξικογράφου Hσυχίου ῥαπίς· ῥάβδος, η οποία απαντά στον Όμηρο ως τμήμα τού συνθέτου χρυσό-ρραπις «με χρυσό ραβδί» και αργότερα στο σύνθετο ἐΰ-ραπις (Ἑρμῆς) «με ωραίο ραβδί». Σύμφωνα με την ίδια εκδοχή, η λ. ῥαπίς συνδ. πιθ. με τη λ. ῥάβδος (βλ.λ.) μέσω τού μτγν. συνθέτου ῥαβδο-φόρος < *ῥαπιδο-φόρος. Tέλος, έχουν προταθεί συνδέσεις με τις λ. ῥέπω και ῥόπαλον. Η σημ. «χαστουκίζω» είναι μτγν. (στην Κ.Δ.)

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο