Οι «περιπέτειες» των λέξεων μέσα από την ετυμολογία τους

ακόλουθος 

αρχ. < ἀ- αθροιστ. + -κόλουθος, μεταπτωτ. βαθμ. τής λ. κέλευθος «οδός»• άρα αρχικά σήμαινε «συνοδός, αυτός που βαδίζει στον ίδιο δρόμο» και, κατ’ επέκτ., «συνεπής, σύμφωνος»

αιτία 
αρχ., αρχική σημ. «κατηγορία, υπαιτιότητα», < *αἶτος «κομμάτι, μερίδιο». Ομόρρ. αρχ. αἶσα «πεπρωμένο», αἰτῶ, αἴτιος κ.ά. Σύμφωνα με την ετυμ., η λ. αἰτία αρχικώς θα σήμαινε «το μερίδιο ευθύνης που αναλογεί σε κάποιον». Η σημερινή σημ. χρησιμοποιείται κυρίως από την ελληνιστική (μτγν.) φιλοσοφία

αιχμάλωτος 
αρχ. < αἰχμή + ἁλωτός < ἁλίσκομαι «συλλαμβάνω, κυριεύω» (βλ. κ. άλωση), αρχική σημ. «ο συλληφθείς υπό την απειλή τής αιχμής δόρατος ή ξίφους»

Ακαδημία 
< αρχ. Ἀκαδημία / Ἀκαδήμεια < Ἀκάδημος (κύριο όνομα), αβεβ. ετύμου, πιθ. < *Fεκά-δημος < ἑκάς «μακριά» + δῆμος. Tο ίδιο α΄ συνθ. απαντά πιθανότατα και στο ἑκη-βόλος «αυτός που βάλλει από μακριά», επίθ. τού Απόλλωνος και στον συντετμημένο τ. Ἑκάβη. Κατ’ άλλους, το α΄ συνθ. πρέπει να αναχθεί στο ἑκών «εκούσιος». Ο νεότ. όρ. Ακαδημία «ανώτατο πνευματικό ίδρυμα» (ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1926) προέρχεται (ως αντιδάν.) από το γαλλ. académie < ιταλ. accademia < λατ. academia < αρχ. Ἀκαδημία «ιερό άλσος τής Αττικής», όπου βρισκόταν και η Ἀκαδήμεια τού Πλάτωνος (ιδρύθηκε περ. το 380 π.Χ.)

ακαριαίος 
< αρχ. ἀκαριαῖος < ἀκαρής (κυριολ. «αυτός που έχει τόσο κοντά μαλλιά, ώστε δεν είναι δυνατόν να κουρευτεί», άρα «μικροσκοπικός, συντομότατος») < ἀ- στερητ. + -καρής < ρ. κείρω «κουρεύω, περικόπτω» (πβ. αόρ. β´ ἐ-κάρ-ην)].

ακέραιος 
< αρχ. ἀ-κέρα-ιος < ἀ- στερητ. + θ. κερα- < I.E. *kera- «καταστρέφω, ερημώνω», πβ. λατ. car-iēs «καταστροφή, σήψη». Ομόρρ. αρχ. κερα-ΐζω «καταστρέφω», κερα-υνός (< *κερα-F(ε)ν-ός) κ.ά. Η αρχική σημ. τής λ. ἀκέραιος ήταν «αβλαβής, άθικτος» και συνεκδ. «ολόκληρος», ενώ ήδη αρχ. είναι η σημ. «αδιάφθορος, ενάρετος». Ο τ. ἀκέριος είναι μεσν.

ακόμη 
μεσν. < ἀκομή < αρχ. ἀκμήν, αιτ. τού ἀκμή, όπου τόσο το -ο- όσο και ο αναβιβασμός τού τόνου οφείλονται στην επίδραση των (χρονικών ιδίως) επιρρ. πότε, τότε κ.ά. H κατάλ. -α στο ἀκόμα (μεσν.) κατ’ αναλογίαν προς τα επιρρ. σε -α. Η χρήση τής αιτ. ἀκμήν ως επιρρήματος είναι ήδη αρχ. (παρ’ ότι αποδοκιμαζόταν από τους γραμματικούς) και είχε τη σημ. «μόλις, ίσα-ίσα», δείχνοντας ότι κάτι είχε ξεπεράσει το κρίσιμο όριο (την ἀκμήν), όμως εξακολουθούσε (λ.χ. Ξενοφ. Κύρου Ἀνάβ. 4, 3: τὰ σκευοφόρα… ἀκμὴν διέβαινε). Ήδη αρχ. είναι και η σημερινή σημ., που ενυπάρχει στην προηγούμενη, ο δε συνδυασμός με το και, με συγκριτικά επιθέτων και με αρνητ. μόρια προσέδωσε στο επίρρ. σημαντικό πλούτο χρήσεων, ο οποίος μαρτυρείται στα μεσν. κείμενα, αλλά και στην Κ.Δ. (Ματθ. 15, 16: ἀκμὴν καὶ ὑμεῖς ἀσύνετοί ἐστε; όπου και η μοναδική μαρτυρία τής λ.)].

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο