λόρδος – λέδη (λαίδη)

ετυμολογική απομυθοποίηση!

λόρδος 
Mεταφορά τού αγγλ. lord «κύριος» (τίτλος ευγενείας από τον 14ο αι.) < μέσο αγγλ. loverd < παλ. αγγλ. hlāford «φύλακας τού ψωμιού» < hlāf «ψωμί, φραντζόλα» (> αγγλ. loaf) + weard «φυλάσσω, φρουρώ» (> αγγλ. ward).

λέδη 
Mεταφορά τού αγγλ. lady < μέσο αγγλ. ladi(e) < παλ. αγγλ. hlǣfdige «ζυμώτρια ψωμιού», < hlāf «ψωμί» (> αγγλ. loaf) + -dige < dǣge «ζυμωτής». H λ. lady χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την επί κεφαλής τού υπηρετικού προσωπικού και, αργότερα, για την οικοδέσποινα. Ως όρος ευγενείας η λ. χρησιμοποιείται από τον 13ο αι.

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο