τοξικός 

τοξικός: αρχαία λέξη, αρχική σημ. «σχετικός με τόξο», < τόξ(ον) + παραγ. τέρμα -ικός. Η αρχ. φρ. «τοξικὸν φάρμακον» (πβ. Αριστ. Περὶ θαυμασ. ἀκουσμ. 837a· αργότερα «τοξικὸν βέλος»), που δήλωνε το δηλητήριο με το οποίο οι Κέλτες και οι Σκύθες άλειφαν τα βέλη τους, υπήρξε η αφετηρία τής σημ. «δηλητηριώδης», η οποία πρωτοαπαντά (για το επίθ. τοξικός) στον ιατρό Διοσκουρίδη (1ος αι. μ.Χ.).

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο