άλογο 

άλογο< μτγν. ἄλογον, ουδ. τού αρχ. επιθ. ἄλογος «στερούμενος λογικού, λογικής σκέψεως». Η λ. ἄλογον χρησιμοποιήθηκε αρχικά στη στρατιωτική γλώσσα ως μέρος τής φρ. ἄλογον ζῷον (πβ. κ. Κ.Δ. Ιούδα 10: ὅσα δὲ φυσικῶς ὡς τὰ ἄλογα ζῷα ἐπίστανται), προκειμένου να διακρίνονται τα ζώα από τους στρατιώτες. Η συχνή χρήση συγκεκριμένων ζώων στη στρατιωτική ζωή (ως υποζυγίων ή και σε μάχες) συνετέλεσε ώστε το άλογο (κατά παράλειψη τού ζῴου) να προσλάβει την ειδική σημασία τού «ίππου» (ήδη μτγν.). Η σημ. «ίππος» δηλώθηκε επίσης και από άλλες (μη ομόρριζες) λέξεις, όπως φαρί, άτι, φοράδα, πουλάρι κ.ά. Η προέλευση τής φρ. πράσινα άλογα είναι αβέβαιη, αλλά η αναγωγή σε υποτιθέμενο αρχ. σχήμα πράσσειν ἄλογα είναι παρετυμολογική

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο