ραψωδός - ραψωδία 

ραψωδός

< αρχ. ῥαψῳδός, φραστικό σύνθ. από συγχώνευση σε μία λέξη (συναρπαγή) τής φρ. ῥάψαι ἀοιδήν / ᾠδήν, η οποία δήλωνε κατά λέξη τη συρραφή στίχων και κατόπιν την απαγγελία των επικών μερών κατ’ αντιδιαστολή προς τη σύνθεση λυρικών στροφών. Κατ’ άλλη άποψη, η σύνθεση είναι κανονική από το θ. ῥαψ- τού ρ. ῥάπτω και τη λ. ᾠδή. Η συσχέτιση των δύο συνθετικών επιβεβαιώνεται από το σχόλιο τού Πινδάρου, λυρικού ποιητή, για τους επικούς ποιητές Όμηρο και Ησίοδο (Νεμ. 2.3: Ὁμηρίδαι ῥαπτῶν ἐπέων τὰ πόλλ’ ἀοιδοί ἄρχονται· επίσης απόσπ. 357: ἐν Δήλῳ τότε πρῶτον ἐγὼ [ενν. ο Ησίοδος] καὶ Ὅμηρος ἀοιδοὶ μέλπομεν, ἐν νεαροῖς ὕμνοις ῥάψαντες ἀοιδήν). Φαίνεται ότι αρχικώς η λ. είχε τη γενική σημ. «συνθέτης ωδών / ποιημάτων», αργότερα όμως χρησιμοποιήθηκε μειωτικά, για να δηλώσει τους επιγόνους τής επικής ποιήσεως.

ραψωδία 
< αρχ. ῥαψῳδ-ία [ήδη τον 5ο αι. π.Χ. στον Πλάτωνα], αρχική σημ. «απαγγελία επικών ποιημάτων – επική ποίηση ή σύνθεση»

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο