λεωφορείο - bus

ETYM. λόγ. [1863], < λεωφόρ(ος) + παραγ. τέρμα -είο, απόδ. τού γαλλ. bus, που αποτελεί συγκεκομμένο τύπο τού ν.λατ. omnibus «για όλους», δοτ. πληθ. τού λατ. omnis.

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ
Στη δεκαετία τού 1820 εμφανίστηκε στη Γαλλία ένα ιππήλατο (δηλ. συρόμενο από άλογα) μέσο μεταφοράς πολλών ανθρώπων, το οποίο αποκλήθηκε με το λατινικό όνομα omnibus ([voiture «όχημα»] omnibus). Το omnibus στα Λατινικά είναι δοτική πληθυντικού τού επιθέτου omnis «όλος» και σημαίνει «για όλους». Επρόκειτο για το πρώτο σύγχρονο μέσο μαζικής μεταφοράς. Η λέξη πέρασε και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στις οποίες εμφανίστηκαν τέτοια ιππήλατα «οχήματα για όλους» (όπου συντομεύθηκε σε bus). Στην Αθήνα τού 19ου αιώνα υπήρξε συζήτηση για την καταλληλότερη ελληνική ονομασία τού νέου οχήματος, δοθέντος ότι ο κόσμος χρησιμοποιούσε τη λέξη μπούσι (από το bus + κατάληξη τού ουδετέρου -ι). Από όσες λέξεις προτάθηκαν προτιμήθηκε η λέξη λεωφορείον. Απορρίφθηκαν λέξεις όπως παντοφορείον, πολυφορείον κ.ά.
Στην επικράτηση τής λέξης λεωφορείον συνέβαλε η ύπαρξη τής αρχ. λέξης λεωφόρος «δημόσια οδός», η οποία είχε επανεισαχθεί στη χρήση πριν πλαστεί η λέξη λεωφορείο και την οποία γνώριζε ήδη ο κόσμος (ως επίθετο στην αρχ. γλώσσα χαρακτήριζε οδό ή πύλη «από την οποία διέρχεται ο λαός». Την εποχή για την οποία μιλούμε απέδωσε στα Ελληνικά το γαλλ. boulevard). Έτσι, λίγο μετά το μέσον τού 19ου αιώνα εισέρχεται στη Νέα Ελληνική ο νεολογισμός λεωφορείον, προκειμένου να αντικαταστήσει τη λ. μπούσι (για την οποία ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης –στη Νεοελληνική Γραμματική, Ιστορική Εισαγωγή– θεωρούσε ότι δεν είναι εύκολο να υποχωρήσει στη χρήση και να επικρατήσει το λόγιο λεωφορείον).
Είναι ενδιαφέρον ότι, προκειμένου να αποδοθεί στα Ελληνικά το γαλλ. conducteur d’omnibus, δηλ. ο οδηγός τού omnibus, πλάστηκαν τον 19ο αιώνα οι λέξεις λεωφοροδηγός (αντί τού ορθότερα σχηματισμένου λεωφορειοδηγός) και λεωφόρος (ο).

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο