«Σχολιαστικά» ή «κειμενικά» σημεία στίξεως

Παράλληλα προς τα συντακτικά σημεία στίξεως (τελεία, κόμμα, άνω τελεία, παρενθέσεις, παύλες, δίστιγμο, εισαγωγικά προτάσεως), υπάρχουν και τα σχολιαστικά ή κειμενικά σημεία στίξεως (θαυμαστικό, αποσιωπητικά, εισαγωγικά λέξεως).

Αυτά ακριβώς τα σχολιαστικά σημεία στίξεως (περισσότερο από τις λεξικοποιημένες δηλώσεις), είναι εκείνα που χρησιμοποιούνται εκτός των άλλων για να σημάνουν στον γραπτό λόγο ό,τι εκφράζουν οι επιτονικές κυμάνσεις της φωνής τού ομιλητή. Ωστόσο, το ζήτημα είναι κατά πόσον τα περιορισμένα σχολιαστικά σημεία στίξεως και ειδικότερα το πολύσημο θαυμαστικό (!) και τα εξίσου πολύσημα αποσιωπητικά (...) επαρκούν προκειμένου να επιτελέσουν σημειολογικά το δύσκολο και λεπτό έργο τής σήμανσης των βιωματικών δηλώσεων/συνδηλώσεων/υποδηλώσεων της ανθρώπινης φωνής. 

Αν λάβει κανείς υπ’ όψιν ότι το θαυμαστικό (ανάλογα με το γλωσσικό και εξωγλωσσικό περιβάλλον) μπορεί να δηλώνει τόσο την αποδοχή, την επιδοκιμασία και τη θετική γενικά στάση τού ομιλητή στα λεγόμενα («Η εξωτερική μας πολιτική απέδωσε επιτέλους καρπούς!») όσο και την αποδοκιμασία, απόρριψη και αρνητική στάση του ομιλητή («Η Τουρκία έμμεσα απειλεί με πόλεμο την Ελλάδα, αν δεν γίνει δεκτή στην Κοινότητα!»), καταλαβαίνει κανείς πόσο αμφίσημη και, γι’ αυτό, δυσερμήνευτη και υποκείμενη σε παρερμηνεία μπορεί να είναι αυτή η σημειολογική χρήση τού θαυμαστικού. Και τι σημαίνουν τα αποσιωπητικά σε πρόταση του τύπου «Η αντιπολίτευση άσκησε πάλι εποικοδομητική κριτική...»; Ο γράφων επαινεί ή ειρωνεύεται τη στάση τής αντιπολίτευσης; Τα αποσιωπητικά δηλώνουν θετική ή αρνητική στάση; Απάντηση: Μπορούν να δηλώνουν και τα δύο, έστω και αν πρόκειται για αντίθετες σημασίες. Θα αποσαφηνιστούν ―αν αποσαφηνιστούν― από το περιβάλλον ή τα συμφραζόμενα των λεγομένων . Ο χώρος δεν επιτρέπει να προχωρήσουμε περισσότερο στις προεκτάσεις που έχουν οι σημειολογικές ατέλειες της γραφής, δηλ. η πολυσημία και αμφισημία των σχολιαστικών σημείων στίξεως στον γραπτό λόγο, ιδίως όπου χρειάζεται περισσότερη σαφήνεια.

Μήπως είναι καιρός να σκεφθούμε τη δυνατότητα εμπλουτισμού των σημείων στίξεως, δηλώνοντας λ.χ. με κανονικό θαυμαστικό (!) τον θετικό σχολιασμό τού ομιλητή και με αντεστραμμένο θαυμαστικό σύμβολο (¡) την αρνητική στάση του, κάνοντας κάτι ανάλογο με τα αποσιωπητικά (δύο και τέσσερεις τελείες αντιστοίχως); Και κυρίως, μήπως πρέπει να μας απασχολήσει η δυνατότητα διεύρυνσης των σχολιαστικών αλλά και των συντακτικών σημείων στίξεως, αφού λειτουργούν ως οδηγίες ανάγνωσης και κατανόησης του κειμένου; 
Επιπλέον, αξίζει να λάβουμε υπ’ όψιν ότι ρόλο σημαντικό στην κατανόηση και τον σχολιασμό των γραφομένων σ’ ένα κείμενο δεν παίζει μόνον η στίξη, αλλά και η αστιξία, δηλαδή η εσκεμμένη παράλειψη των σημείων στίξεως. Η αστιξία έχει καθοριστική λειτουργία στα λογοτεχνικά κείμενα, κυρίως στην ποίηση, διότι ουσιαστικά με την παράλειψη τόσο των συντακτικών όσο και των σχολιαστικών σημείων στίξεως αφήνει τις δυνατές αναγνώσεις τού κειμένου εντελώς στον αναγνώστη. Δεν τον δεσμεύει με συμβατικού τύπου οδηγίες ανάγνωσης, όπως συμβαίνει με τα σημεία στίξεως. Ως αποτέλεσμα, η κατευθυνόμενη μονόσημη ανάγνωση και πρόσληψη του κειμένου δίνει τη θέση της στην ελεύθερη και, ως εκ τούτου, πολύσημη ανάγνωση3.
Γενικότερα, θα πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η ομιλία, ο προφορικός λόγος, είναι η φυσική πραγματικότητα της γλώσσας και ότι η ανθρώπινη φωνή είναι αναντικατάστατη. Αυτό σημαίνει ότι η αγωγή τού προφορικού λόγου ―και δεν εννοώ εδώ μόνο την ανεξήγητα παραμελημένη ορθοφωνία, δηλαδή τη σωστή προφορά και εκφορά τής γλώσσας― πρέπει να αποκτήσει πρωτεύουσα θέση στη διδασκαλία τής γλώσσας στο σχολείο

«Το ελληνικό αλφάβητο: Αλφάβητο – γραφή – ορθογραφία» Γ. Μπαμπινιώτης, Κέντρο Λεξικολογίας. Αθήνα, 2018