Το ελληνικό αλφάβητο: Ένα διανοητικό και πολιτιστικό επίτευγμα

Μιλώντας για τη σχέση τής γραφής με τον πολιτισμό η ρήση τού πιο γνωστού μελετητή τής γραφής, τού David Diringer, είναι πάντοτε επίκαιρη και χαρακτηριστική: 

 

«Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι η γραφή είναι το κύριο νόμισμα τού ανθρώπινου πολιτισμού. Οπουδήποτε υπήρξε πολιτισμός, υπήρξε γραφή και ανάγνωση, τόσο στο απώτερο παρελθόν όσο και στις ημέρες μας. Ο γραπτός λόγος αποτέλεσε το όχημα τού πολιτισμού, καθώς επίσης τής μάθησης και τής εκπαίδευσης. Επομένως, η γραφή είναι μία από τις κύριες πτυχές τής πολιτιστικής καλλιέργειας, που ξεκάθαρα διακρίνει τον άνθρωπο από τον ζωικό κόσμο» .
Αναφερόμενοι ειδικότερα στον ελληνικό πολιτισμό, στην ευρύτερη διάδοσή του και την καθοριστική σημασία του για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, δεν μπορούμε να μη σταθούμε στο μέσο με το οποίο καλλιεργήθηκε, διαδόθηκε και διασώθηκε, το ελληνικό αλφάβητο. Αν οι Έλληνες δεν είχαν γνωρίσει πολύ νωρίς τη γραφή και δεν είχαν αναπτύξει εγκαίρως σε πολύ πρώιμο στάδιο ένα πολύ λειτουργικό και εύκολο στην εκμάθηση και χρήση του αλφάβητο, είναι βέβαιο ότι αυτός ο πολιτισμός, που αποτελεί τη βάση τού ευρωπαϊκού πολιτισμού, όχι μόνο θα ήταν σχεδόν άγνωστος, αλλά και δεν θα είχε την εξέλιξη που είχε ούτε και την επίδραση, εσωτερική και εξωτερική, που άσκησε μέσα στον χώρο και στον χρόνο. 
Στην Ελλάδα χρησιμοποιήθηκαν μια σειρά από γραφές, οι οποίες όμως αχρηστεύθηκαν βαθμηδόν, δίνοντας τη θέση τους στο επικρατήσαν τελικά ελληνικό αλφάβητο, αξίζει δε να επισημανθεί ότι το αλφάβητο που χρησιμοποιείται σήμερα στην Ελλάδα είναι ίδιο με αυτό που καθιερώθηκε στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία το 400 π.Χ. Είναι φανερό ότι οι Έλληνες είχαν στενή σχέση με τη γραφή. Συγκεκριμένα, γνωρίζουμε ότι χρησιμοποίησαν έξι γραφές:

1) ιερογλυφική γραφή (2000-1700 π.Χ.),
2) γραμμική γραφή Α΄ (1700-1450 π.Χ.),
3) γραμμική γραφή Β΄ (1450-1200 π.Χ.),
4) κυπρομινωϊκή (1500-1100 π.Χ.),
5) κυπριακό συλλαβάριο (11ος αι. – 2ος αι. π.Χ.) και
6) αλφαβητική γραφή (περ. 11ος αι. – σήμερα).

Τρεις από τις γραφές αυτές δεν έχουν ακόμη αποκρυπτογραφηθεί: η ιερογλυφική (τής Ελλάδος), η γραμμική γραφή Α΄ και η κυπρομινωϊκή. Έχουν αναγνωσθεί και μάς είναι γνωστές η γραμμική γραφή Β΄, το κυπριακό συλλαβάριο και, φυσικά, η αλφαβητική γρα-φή (το λεγόμενο «ελληνικό αλφάβητο»).
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η καταγραφή τής ελληνικής γλώσσας (αν, φυσικά, οι μη αναγνωσμένες γραφές στον ελληνικό χώρο περιέχουν ελληνική γλώσσα) αρχίζει χρονολογικά περί το 2000 π.Χ. και φθάνει μέχρι το 1200 (τελική χρονολογία των πινα-κίδων τής αναγνωσμένης γραμμικής γραφής Β΄). Για τα 400 περίπου χρόνια που μεσο-λαβούν από το 1200 μέχρι τον 8ο αιώνα, οπότε αρχίζουν να μαρτυρούνται τα κείμενα με την ελληνική αλφαβητική γραφή, λείπουν μέχρι σήμερα γραπτές μαρτυρίες. Αυτή είναι η μόνη «σκοτεινή» ―από πλευράς έλλειψης γραπτών μαρτυριών― περίοδος τής γραπτής ιστορίας τής ελληνικής γλώσσας. Ασφαλώς κανείς δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τι μπορεί να φέρει στην επιφάνεια η αρχαιολογική σκαπάνη, βρίσκοντας ίσως νεότερες γραπτές μαρτυρίες σε υλικό που δεν υπάρχει σήμερα, με το οποίο μπορεί να λυθεί το μυστήριο τής περιόδου αυτής.
Στην Ελλάδα χρησιμοποιήθηκαν τρία γνωστά (και αναγνωσμένα) συστήματα γραφής, δύο συλλαβογραφικά και ένα κύριο και καθιερωθέν αλφαβητικό σύστημα: η συλλαβογραφική γραμμική γραφή Β΄, η κυπριακή συλλαβογραφική γραφή (κυπριακό συλλαβάριο) και η αλφαβητική γραφή (ελληνικό αλφάβητο).

«Το ελληνικό αλφάβητο: Αλφάβητο – γραφή – ορθογραφία» Γ. Μπαμπινιώτης, Κέντρο Λεξικολογίας. Αθήνα, 2018