Τί γνωρίζουμε για τους τόνους των λέξεων τής Ελληνικής

Μέρος τού συστήματος τής γραφής μιας γλώσσας είναι, κατά κανόνα, και το τονικό της σύστημα. Στην περίπτωση της Νέας Ελληνικής ο μόνος τόνος που χρησιμοποιείται πλέον είναι η οξεία, αυτή όμως η κατάληξη είχε αρκετά σύνθετη και ενδιαφέρουσα ιστορική πορεία, στην οποία θα είναι καλό να γίνει σύντομη αναφορά, δεδομένου μάλιστα ότι η αντίθεση του πολυτονικού με το μονοτονικό ήταν για καιρό ―και εξακολουθεί σε κάποιες περιπτώσεις να είναι― πηγή γλωσσικών εντάσεων και διαφωνιών.

 

Είναι γνωστό, κατ’ αρχάς, ότι οι αρχαίοι Έλληνες έγραφαν σε συνεχή (χωρίς κενά διαστήματα) μεγαλογράμματη γραφή, στην οποία δεν δηλώνονταν οι τόνοι. (H μικρογράμματη γραφή, αρκετά εξελιγμένη, εμφανίζεται μόλις τον 9ο αι. σε βυζαντινά χειρόγραφα βιβλία, ο εξελιγμένος δε τύπος της φανερώνει ότι η χρήση της θα άρχισε τουλάχιστον έναν αιώνα πριν). Οι τόνοι ως σημεία (τονικά σημάδια) επινοούνται μόλις στους χρόνους τής Κοινής, τον 2ο π.Χ. αι. Όπως γίνεται σήμερα ευρύτερα δεκτό, περί το 200 π.Χ. ο περίφημος Αλεξανδρινός γραμματικός Αριστοφάνης ο Βυζάντιος επινόησε και πρωτοχρησιμοποίησε, ακανόνιστα αρχικώς, τους τόνους και τα πνεύματα για τη διάκριση κυρίως ομόγραφων τύπων που διαφοροποιούνταν μόνο τονικώς ή με την παρουσία δασέος πνεύματος (νόμος : νομός, ποιῆσαι : ποιήσαι, ὅρος : ὄρος, ἥ : ἤ). 
Με την πάροδο όμως τού χρόνου, όσο υποχωρούσε η διάκριση τής προσωδίας και των τόνων (με παράλληλη σίγηση τού δασέος πνεύματος), τα τονικά σημεία (και τα πνεύματα) προσλάμβαναν λειτουργική, δηλαδή πληροφοριακή και διαφοροποιητική σημασία. Έτσι, αφού εν τω μεταξύ συστηματοποιήθηκε το τονικό σύστημα με τις μελέτες των Αλεξανδρινών γραμματικών, ιδίως τού Ηρωδιανού (περ. 200 μ.Χ.), από τον 2ο-3ο μ.X. αι. άρχισαν να δηλώνονται, κατά κανόνα, οι τόνοι στα φιλολογικά κυρίως κείμενα. Ας μην ξεχνούμε ότι την περίοδο αυτήν σημειώνεται άνθηση των φιλολογικών (γραμματικών) σπουδών, που ενισχύεται από το αττικιστικό κήρυγμα τής επιστροφής στον κλασικό λόγο, δηλαδή στα παλαιότερα φιλολογικά κείμενα, των οποίων η προσέγγιση και εκμάθηση διευκολύνεται σημαντικά ―ιδίως ως προς το μέτρο― με τη δήλωση των τόνων που υποδηλώνουν και την προσωδία των λέξεων. Ακόμη, οι τόνοι στους χρόνους αυτούς διευκολύνουν τα πλήθη των ξένων (Ρωμαίων, Αιγυπτίων κ.ά.) που μαθαίνουν την Ελληνική ως ξένη γλώσσα και για τους οποίους τα τονικά σημεία χρησιμεύουν ―όπως και σήμερα― κυρίως για τη δήλωση τής θέσης τού τόνου.
Εν σχέσει και προς το μονοτονικό σύστημα που καθιερώθηκε το 1982, αξίζει στο σημείο αυτό να σημειωθούν δύο στοιχεία από την ιστορία των τόνων:
α) Οι τόνοι με τη μορφή που τους χρησιμοποιούσαμε μέχρι πρόσφατα είναι σχετικά νεότερο φαινόμενο. Διαφορετικό είναι το θέμα με τα πνεύματα, ειδικά με το δασύ πνεύμα, το οποίο ως ιδιαίτερος φθόγγος δηλωνόταν κανονικά (με το H) στα κείμενα τής αττικής διαλέκτου μέχρι την επισημοποίηση τού ευκλειδείου αλφαβήτου (403 π.X.). Τότε το H χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει αποκλειστικά το [ȩ̄] (η), αφού για ένα διάστημα δήλωνε συγχρόνως τη δασύτητα [h] και το [ȩ̄] (η), ακόμη και το [ĕ] (ε) (π.χ. ΗΡΑΚΛΗΣ, ΗΕΡΜΕΣ), γεγονός που γεννούσε δυσχέρειες στην ανάγνωση. H γραφική δυσχέρεια υπερπηδήθηκε στις διαλέκτους τής K. Ιταλίας με τη χρήση τού ├ για τη δήλωση τού δασέος πνεύματος (├ΗΡΑΚΛΗΣ, ├HMEPA, ├ΩPAI). Το σημείο αυτό υιοθετήθηκε και από τους αρχαίους γραμματικούς, που δήλωσαν με το ├ τον δασύ φθόγγο, όταν άρχισαν να δηλώνουν και τα σημεία των τόνων (εξ ου και η σύνδεση τόνων και πνευμάτων). Οπωσδήποτε, γενίκευση τής δηλώσεως τού δασέος πνεύματος καθώς και τής ελλείψεώς του (τού ψιλού με το ┤) έχουμε ―όπως και για τους τόνους― μόλις τον 9ο αι. στο Βυζάντιο.
β) Το τονικό σύστημα, προτού λάβει τη μορφή με την οποία μας παραδόθηκε και χρησιμοποιείται σήμερα, η οποία είναι γνωστή ως «βυζαντινή» (μολονότι στην πραγματικότητα ανάγεται περίπου στο 400 μ.X., στον Αλεξανδρινό γραμματικό Θεοδόσιο τον Αλεξανδρέα) πέρασε από διάφορες φάσεις. Η λέξη Mενέλαος, που φέρει ως παράδειγμα ο Ηρωδιανός, τονιζόταν Mὲνέλὰὸς, η δε λέξη ἀλλοῖος ως ἂλλοῖὸς. Tο πράγμα, προκειμένου για πολυσύλλαβες λέξεις, είναι φανερό ότι έπαιρνε ενίοτε κωμικό χαρακτήρα· πβ. λ.χ. φὶλὴσὶστέφὰνὸν! Έτσι εγκαταλείφθηκε αυτή η μορφή τονισμού, όπως έπαψε να χρησιμοποιείται και ένα άλλο παλαιότερο σύστημα κατά το οποίο η «οξύτητα» (οξεία και περισπωμένη) δεν δηλωνόταν· αντιθέτως, στίζονταν με βαρεία η προηγούμενη ή και όλες οι προηγούμενες συλλαβές. Παράδειγμα: αγὰθος ή ὰγὰθος αντί τού ἀγαθός που επικράτησε τελικά. Ακόμη, αρχικώς, στις διφθόγγους το μεν πνεύμα ετίθετο στο προτακτικό στοιχείο τής διφθόγγου (ὀιωνός), η δε περισπωμένη και στα δύο στοιχεία τής διφθόγγου. Αργότερα, και τα δύο (πνεύμα και περισπωμένη) μετακινήθηκαν δεξιά στο υποτακτικό στοιχείο τής διφθόγγου (οἰωνός – τεῖχος). 
Tέλος, κύριο χαρακτηριστικό τού λεγομένου βυζαντινού τονικού συστήματος (που όμως ανάγεται και αυτό στην τονική μεταρρύθμιση τού 400 μ.X. από τον Θεοδόσιο τον Αλεξανδρέα) είναι η χρησιμοποίηση τής βαρείας αντί τής οξείας για τις οξυτονούμενες λέξεις μέσα στην πρόταση («εν συνεπεία»), εφόσον δεν ακολουθεί σημείο στίξεως: τὸν ἀγαθὸν μαχητὴν δείκνυσι. Το σύστημα αυτό καθιερώθηκε τελικά και ίσχυε μέχρι πρόσφατα στον τονισμό τής έντυπης γραφής (π.χ. οἱ λέξεις αὐτὲς δὲν εἶναι εὔχρηστες σὲ ὅλες τὶς περιοχὲς τῆς χώρας), αντίθετα προς τη χειρόγραφη γραφή, που περιορίστηκε, κατά κανόνα, στη διάκριση οξείας και περισπωμένης.

«Το ελληνικό αλφάβητο: Αλφάβητο – γραφή – ορθογραφία» Γ. Μπαμπινιώτης, Κέντρο Λεξικολογίας. Αθήνα, 2018