• 1
  • 2
  • 3

απολαμβάνω - απολαύω

Με ρωτούν φίλοι για τη διαφορά στη χρήση των ρημάτων απολαμβάνω και απολαύω.

 Η απάντηση από το Λεξικό μου (Λεξικό τής Νέας Ελληνικής Γλώσσας): 

Το απολαμβάνω, αρχαίο ρ. συντασσό- μενο με αιτ., ξεκινώ¬ντας από τη σημ. τού «παίρνω πίσω προς ωφέλειά μου», εξε-λίχθηκε στη σημ. τού «ευχαριστιέμαι με κάτι, νιώθω χαρά για κάτι», πιθανότατα υπό την επί¬δραση τού απολαύω.

Έφθασε μάλιστα να υπάρξει σύγχυση μεταξύ τού απολαμβάνω και τού απολαύω και έτσι άρχισε να χρησιμοποιείται καταχρηστικά και εσφαλμένα αντί τού απολαύω.

Η χρήση «απολαμβάνει τής εμπιστοσύνης» δεν πρέπει να προτιμάται έναντι τού «απολαύει τής εμπιστοσύ-νης».
Ομοίως, είναι καλύτερα να λέμε «απολαύει τής εκτιμήσεως, τής φιλίας, τής αγάπης, τιμών» κ.ο.κ., και όχι «απολαμβάνει τιμών...».

Άρα θα πούμε «απολαμβάνω τη θέα / το θέαμα / το φαγητό», αλλά «απο¬λαύω εμπιστοσύνης / εκτιμήσεως /τιμής».
Το α΄ σημαίνει «ευχαριστιέμαι, μου αρέσει», το β΄ «είμαι απο¬δέκτης, μου παρέχεται, με τιμούν με ...

Η σύγχυση στη χρήση οφείλεται και στο ότι το ουσ. απόλαυση ταιριάζει σημασιολογικά ως «ευχαρίστηση» περισσότερο στο απολαμβάνω παρά στο απολαύω.
Και το κυριότερο: οι άλλοι (πλην τού ενεστ. και τού παρατ.) χρόνοι τού απολαμβάνω σχηματίζονται από το απολαύω: να/ θα απολαύσω - απόλαυσα - έχω απολαύσει (φαινόμενο «συμπλη- ρωματισμού»): Απολαύσαμε τις δια¬κοπές μας στη θάλασσα - Απήλαυσα το χιούμορ τού ηθοποιού.

Τέλος, ας σημειωθεί ότι ο αόρ. τού απολαύω, αναλογικά προς άλλα ρήματα (ίσως ηρος το -ήλαοα τού ελαύνω), σχηματίστηκε ήδη στην Αρχαία ως απ-ήλαυσα αντί απ-έλαυσα.