σόμπα

σόμπα < τύφος,  ρεπό <παῦσις, σπάτουλα < σπάθη

Η ιστορία των λέξεων κάθε γλώσσας είναι προϊόν μακράς και ελκυστικής γλωσσικής περιπέτειας που δείχνει ότι «οι λέξεις είναι παιδιά πολλών ανθρώπων», που έλεγε ο Σεφέρης. Αυτή η γλωσσική περιπέτεια άλλοτε αφορά στο εσωτερικό μιας γλώσσας και άλλοτε στην εξωτερική διαδρομή των λέξεων μέσα και από άλλες γλώσσες.Το δεύτερο ισχύει προκειμένου για τα λεγόμενα αντιδάνεια. Τρεις χαρακτηριστικές περιπτώσεις αντιδανείων είναι οι λέξεις που παρακολουθούμε εδώ.
Πολύπλαγκτη είναι η λέξη σόμπα. Ξεκίνησε απὀ την Ελληνική, πέρασε από τέσσερεις άλλες γλώσσες (Λατινική, Γερμανική, Ουγγρική και Τουρκική) και ξαναγύρισε στην Ελληνική. Ξεκίνησε από την αρχαία Ελληνική ως τῦφος που σήμαινε «καπνός, ατμός» και από το ρήμα τύφω «γεμίζω καπνό, ατμό» πέρασε ως δάνειοστη Λατινική με τη μορφή σύνθετου ρήματος extufo (extufare), απ’ όπου το μεσαιωνικό λατινικό ουσιαστικό extupa / extufa. Αυτό πέρασε ως δάνειο στην αρχαία Γερμανική ως stuba με τη σημασία «θερμάστρα». Εν συνεχεία «ταξίδεψε» στην Ουγγρική με τον τύπο szoba, απ’ όπου πέρασε στην Τουρκική ως soba, για να καταλήξει και στη γλώσσα αφετηρίας της, την Ελληνική ως σόμπα. Μετά από τη μεγάλη αυτή σε χρόνο και σε χώρο περιπλάνηση ὁ τῦφος έγινε σόμπα και «ο καπνός» έγινε «θερμάστρα».
Το πολυπόθητο από τους εργαζομένους ρεπό, μολονότι έχει γίνει «αγνώριστο» από τις πολλές μεταβολές που έχει υποστεί περνώντας από αρκετές γλώσσες, εντούτοις διατήρησε τη βασική σημασία τής λέξης από την οποία προήλθε, τής λέξης παύση (αρχαία παῦσις). Αυτή είναι που έδωσε το λατινικό pausa, απ’όπου το λατινικό pausare και ως σύνθετο re-pausare «παύω, σταματώ» (πρβλ. το αντίστοιχο ελλην ἀνα-παύω). Αυτό πήραν οι Γάλλοι με τον τύπο reposer και με την εξελιγμένη σημασία «αναπαύω, ησυχάζω». Από το ρήμα αυτό προήλθε, τελικά, το γαλλικό repos με τη σημασία «παύση από την εργασία σε τακτά διαστήματαγια ξεκούραση» (πρβλ. και ανάπαυση).Έτσι, με άλλη μορφή και με άλλο πιο εξειδικευμένο σημασιολογικό περιεχόμενο επανήλθε η δάνεια λέξη παῦσις στην Ελληνική ως αντιδάνειο με τον τύπο ρεπό (που μάλιστα κλίνεται από μερικούς ομιλητές όπως λ.χ. το ποσ-ό : το ρεπό - τα ρεπά).
Πώς ένα απειλητικό και θανατηφόρο πολεμικό όπλο μπορεί να καταλήξει στα χέρια τής νοικοκυράς και τού ζαχαροπλάστη, πώς μια σπάθη μπορεί να γίνει σπάτουλα είναι μια άλλη γλωσσική έκπληξη. Από μια ινδοευρωπαϊκή ρίζα *spadh-,που σήμαινε «κομμάτι επίπεδου και πλατιού ξύλου» (πβ. το αγγλ. spade «αξίνα, τσάπα»), προήλθε το αρχαίο ελληνικό σπάθη, το οποίο αρχικά σήμαινε κάθε αντικείμενο που είχε τέτοιο σχήμα (την άκρη τού κουπιού, την ωμοπλάτη κ.ά.) και ειδικότερα το όπλο με την πλατιά λεπίδα. Η σπάθη έδωσε το λατινικό spat(h)a, με υποκοριστικό τύπο το spatula στη νεότερη Λατινική και στα βενετσιάνικα, απ’ όπου επανήλθε στα Ελληνικά με τη νέα μορφή και σημασία του. Έτσι ένα γλωσσικό δάνειο έγινε για τα Ελληνικά αντιδάνειο, ξαναγύρισε παρηλλαγμένο στη γλωσσική του κοιτίδα. Δεν έχουν δίκιο οι Γερμανοί γλωσσολόγοι που ονόμασαν αυτού τού είδους τις λέξεις «περιπλανώμενες λέξεις που επιστρέφουν» (Rückwanderer);

 

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο