ξένος

ξένος ξενίζω παράξενος πρόξενος φιλόξενος ξενοδόχος ξενιτεύομαι ξενιστής

Η αρχαία λέξη ξένος συνδέεται πιθανότατα με μια ευρωπαϊκή ρίζα που έχει δώσει τόσο το ελληνικό ξένος όσο και τις αντίστοιχες λέξεις ευρωπαϊκών γλωσσών όπως τα λατινικά hospes «ο φιλοξενών»και hostis «εχθρός», καθώς και οι λέξεις των γερμανικών γλωσσών, γερμ. Gast και αγγλ. Guest, που σημαίνουν επίσης τον «ξένο – φιλοξενούμενο». Ότι η λέξη ξένος εξελίχθηκε σημασιολογικά προς δύο κατευθύνσεις, μια αρνητική (τού άγνωστου και επικίνδυνου ενίοτε ξένου που μπορεί να φθάσει να θεωρηθεί και «εχθρός», όπως το λατ. hostis) και μια θετική που ήταν κι αυτή που υπερίσχυσε (τού επισκέπτη από ξένη πόλη ή χώρα που είναι άξιος σεβασμού, τιμής και φιλοξενίας, την οποία μάλιστα προστάτευε στην ελληνική αρχαιότητα και ο «Ξένιος Ζευς», όπως στο λατ. hospes, απ’όπου τα αγγλ. host, hospital, hospitable, hospitality, hostelκ.ά.), οφείλεται στην πρόσληψη τής έννοιας τού «ξένου» είτε ως φιλικού τιμώμενου προσώπου είτε ως άγνωστου, παράξενου, έως και επικίνδυνου. Είναι χαρακτηριστικό το ρήμα ξενίζω που προσέλαβε στην αρχαιότητα δύο σημασίες : «φιλοξενώ» και «θεωρώ κάτι μη οικείο, ύποπτο, που με παραξενεύει», ενώ η λέξη παράξενος εξελίχθηκε αρνητικά. Ξεκινώντας από τη δήλωση «τού μη γνήσιου πολίτη», τού λογιζόμενου ως ξένου, έφτασε ήδη στην αρχαιότητα να σημαίνει «τον αλλόκοτο, τον περίεργο, τον προκαλούντα απορίες ή επιφυλάξεις»
Στην αρχαία Ελληνική η έννοια ξένος είχε ιδιαίτερη βαρύτητα, λόγω τής έμφασης πού δινόταν ακόμη και θεσμικά στη φιλοξενία, ιδίως από ξένους που έρχονταν από άλλη πόλη ή χώρα (ανταλλαγή δώρων, θυσίες, δικαιώματα φιλοξενίας στους απογόνους). Έτσι μάλιστα δημιουργήθηκε και ο θεσμός τού προξένου, που ήταν περίπου ό,τι ο σημερινός πρέσβης, ιδιαίτερα ως προστάτης και βοηθός συμπατριωτών του, οι οποίοι βρίσκονταν ως ξένοι στην πόλη όπου ήταν πρόξενος.
Δύο ήδη αρχαίες λέξεις, οι λέξεις φιλόξενος και ξενοδόκος (ξενοδόχος), δήλωσαν τη στάση, την οποία τηρούσαν απέναντι των ξένων οι αρχαίοι Έλληνες. Η λέξη φιλόξενος δηλώνει την φιλική στάση και την τιμή στον ξένο, που οδηγεί αβίαστα στη φιλοξενία του. Η λέξη ξενοδόχος (ήδη ομηρική ως ξεινοδόκος) δήλωσε αρχικά τη στάση απέναντι στον ξένο, την υποδοχή και την αποδοχή του που κατέληγε στη φιλοξενία κατ’ οίκον. Αργότερα (στη μεσαιωνική περίοδο), πέρασε η λέξη να δηλώνει αυτόν που επαγγελματικά παρείχε φιλοξενία σε ξένους (κυρίως κατάλυμα και φαγητό), τον ιδιοκτήτη ξενοδοχείου. Και η λέξη ξενοδοχείο σήμανε στα αρχαία χρόνια «το πανδοχείο», ενώ σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες με τη μορφή τού hospital απέκτησε ειδική χρήση, αυτή τού νοσοκομείου.
Στους μεσαιωνικούς χρόνους οι ξένοι συγκροτούσαν και μισθοφορικό στρατό, έτσι έφτασε το ξένος να σημαίνει «μισθοφόρος». Την ίδια σημασία δήλωσε αρχικά και το ρήμα ξενιτεύομαι : «είμαι μισθοφόρος σε ξένο στράτευμα», για να περάσει εν συνεχεία στη σημασία «φεύγω από τη χώρα μου και πηγαίνω να ζήσω σε μια ξένη χώρα». Το ίδιο και η λέξη ξενιτειά (από το αρχαίο ξενιτεία) : από τη σημασία «μισθοφορική υπηρεσίασε ξένο στρατό» εξελίχθηκε στη σημασία «μετάβαση και ζωή σε ξένη χώρα». Εξάλλου, η σημασιολογική μετάβαση από τη στρατιωτική στην καθημερινή ζωή απαντά και σε άλλες λέξεις όπως το ταξίδιον που από τη σημασία «εκστρατεία, πορεία στρατιωτικού σώματος» πέρασε στη γενικότερη σημασία τής «μετακίνησης σε άλλον χώρο ή χώρα».
Τέλος, αξίζει να επισημανθεί η σημασιολογική εξέλιξη τής αρχαίας λέξης ξενιστής. Ξεκίνησε στην αρχαιότητα από τη σημασία «ο φιλοξενών», κάτι σαν την αρχική σημασία τού ξενοδόχος, για να αναβιώσει στη σύγχρονη επιστημονική ορολογία με άλλο περιεχόμενο τής φιλοξενίας : «οργανισμός που φιλοξενεί παράσιτο», ως απόδοση συναφούς ξένου όρου (πρβλ. αγγλ. host).

 

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο