πλήρης

Σημασιολογικές μεταβάσεις από το «γεμίζω», το πληρώ στο «καταβάλλω χρήματα», στο πληρώνω και στο «προσωπικό τού πλοίου», στο πλήρωμα και σε σύνθετα όπως το πληροφορώ «ενημερώνω» εντάσσονται στα (φαινομενικώς) περίεργα που χαρακτηρίζουν την ετυμολογική εξέλιξη κάθε γλώσσας και, εν προκειμένω, τής Ελληνικής.
Στην προκειμένη περίπτωση όλα ξεκινούν από το επίθετο πλήρης, που δήλωσε «τον γεμάτο από κάτι», προερχόμενο από μια ρίζα (τη ρίζα plē-, ομόρριζη τού πολύς) που σήμαινε «αφθονία, πλήθος». Είναι η ρίζα που έδωσε τις λέξεις πλή-θος, πλη-θύς, πλή-ρης, πλησμονή, πλείων, πλείστος, πίμπλημι με πολλά παράγωγα και σύνθετα. Η ίδια ρίζα σε διάφορες βαθμίδες και μορφές («μεταπτώσεις») συνδέεται με λατινικές λέξεις, όπως plenus, plus, pluralis, απ’ όπου προήλθαν λέξεις των νεοτέρων γλωσσών, όπως plenty, plenary, plus, piu, plural, surplus, complete, accomplish, comply, supply και λέξεις των γερμανικών γλωσσών, όπως full, voll, fill κ.ά.
Από το πλήρης πλάστηκε το πληρώ με τη σημασία «κάνω κάτι να είναι πλήρες», άρα «γεμίζω – εκπληρώνω – ολοκληρώνω» αλλά και «πληρώνω» (δηλ. εκπληρώνω την οφειλή μου). Με τον μεταπλασμό τού πληρώ σε πληρώνω (όπως δηλώ> δηλώνω, αξιώ> αξιώνω κ.τ.ό.) η σημασία τής καταβολής χρημάτων πέρασε να δηλώνεται μόνο από το πληρώνω.
Η σημασία τού «γεμίζω» τού πληρώ έδωσε στην παράγωγη λέξη πλήρωμα τη σημασία «γέμισμα – συμπλήρωμα» με το απαραίτητο προσωπικό, ιδίως για πλοία. Οπότε πλήρωμα έφθασε να σημαίνει «το προσωπικό τού πλοίου» (μετέπειτα και τού αεροπλάνου)
Το «να φέρεις πληρότητα» σε κάτι δηλώθηκε στους ελληνιστικούς χρόνους με το ρήμα πληροφορώ που είχε αρχικά τη σημασία «εξασφαλίζω πληρότητα σε κάτι, επιτελώ πλήρως, εκπληρώνω, φέρω εις πέρας». Αργότερα πέρασε στη σημασία «εκπληρώνω με λόγιακάτι που έχω αναλάβει, επιβεβαιώνω πλήρως», για να καταλήξει στη σημασία «φέρω μήνυμα, ενημερώνω» με απόχρωση «την πληρότητα» και «τη δέσμευση» για την αλήθεια τού μηνύματος που μεταφέρω.

 

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο