«Πολιτισμός τού γραπτού λόγου»

Ο ελληνικός πολιτισμός υπήρξε ένας πολιτισμός τού γραπτού λόγου. Στηρίχθηκε και υποστηρίχθηκε από τη γραπτή διατύπωση των διανοητικών και πνευματικών κατακτήσεων που απετέλεσαν την ουσία, τα επιτεύγματα και τις μεγάλες στιγμές του. Τα διανοήματα των μεγάλων Ελλήνων φιλοσόφων, των επιστημόνων, των ιστορικών, των πολιτικών, των ρητόρων, καθώς και η ποίηση, τα θεατρικά έργα των μεγάλων δημιουργών, οι αποφάσεις και οι νόμοι τής Πολιτείας και των θεσμικών οργάνων και αργότερα η διδασκαλία τού Ευαγγελίου και των μεγάλων Πατέρων τής Εκκλησίας, όλα μαζί με πλήθος άλλων πνευματικών δραστηριοτήτων δηλώθηκαν, διατηρήθηκαν, διαδόθηκαν και διασώθηκαν μέσω τής γραφής. Δικαιούμεθα να υποθέσουμε ότι αν οι Έλληνες δεν είχαν αποκτήσει τόσο νωρίς το προνόμιο τής γραφής, ο ελληνικός πολιτισμός όχι μόνο δεν θα είχε ευδοκιμήσει και διαδοθεί αλλά θα παρέμενε και άγνωστος σε εμάς και στον κόσμο γενικότερα, με ό,τι αυτό θα σήμαινε για την ίδια τη δημιουργία τού ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Δεν ήταν δε μόνο η γνώση τής γραφής καθ’εαυτήν που ευνόησε την καταγραφή και την ανάπτυξη τού ελληνικού πολιτισμού, αλλά εξίσου σημαντικό υπήρξε το γεγονός ότι για τη γραπτή έκφραση τού ελληνικού πολιτισμού επινοήθηκε ένα τρόπος αποτύπωσης τού προφορικού λόγου, δηλ. ένα αλφάβητο, που από τη δομή και τη λειτουργία του μπορούσε να υπηρετήσει τη γραφή με θαυμαστό τρόπο. Επινοήθηκε και καλλιεργήθηκε ένα αλφάβητο που καθοριστικά χαρακτηριστικά του ήταν η οικονομική του σύλληψή (απετελείτο μόλις από 24 γράμματα), η λειτουργικότητά του (δήλωνε τα φωνήεντα στα οποία εύκολα μπορούν να προστεθούν τα σύμφωνα ώστε να απαρτισθούν οι συλλαβές που συνιστούν τις λέξεις) και, ως εκ τούτου, η εύκολη εκμάθηση και η ευρύτερη χρήση και διάδοσή του. Τα χαρακτηριστικά αυτά προσέδωσαν στο ελληνικό αλφάβητο μοναδική θέση σε όλα τα συστήματα γραφής, τα επινοηθέντα παγκοσμίως για όλες τις γλώσσες. Έτσι δεν είναι τυχαίο ότι από το ελληνικό αλφάβητο προήλθε (μέσω των Ετρούσκων) το λατινικό αλφάβητο, εξέλιξη τού δυτικού ελληνικού αλφαβήτου τής Χαλκίδας, το οποίο κυριαρχεί σήμερα ως έκφραση τού γραπτού λόγου των περισσοτέρων γλωσσών τού ευρωπαϊκού πολιτισμού και δι’ αυτών ως γραπτή έκφραση ποικίλων άλλων λαών (Αμερικανών, Αυστραλών, Καναδών, ορισμένων Ασιατών κ.ά.). Μια αυθεντία στη μελέτη τής γραφής ανά τον κόσμο, ο καθηγητής David Diringer (Cambridge) έχει πει : «Στην ιστορία τής αλφαβητικής γραφής καθοριστική υπήρξε η συμβολή των Ελλήνων. Όλα τα αλφάβητα που χρησιμοποιούνται σήμερα στην Ευρώπη τελούν σε άμεση ή έμμεση σχέση με το αρχαίο ελληνικό. […] ανέπτυξαν (το αλφάβητο) σε τέτοιο βαθμό, ώστε επί τρεις χιλιάδες χρόνια απετέλεσε το πιο πρόσφορο όχημα για την έκφραση των σκέψεων και την επικοινωνία ανθρώπων όλων των φυλών, των θρησκευτικών πεποιθήσεων και των γλωσσών.»

Ο μελετητής τής γραφής στον ελλαδικό χώρο δεν μπορεί παρά να σταθεί μπροστά στο γεγονός ότι κάποτε περί το 1200 π.Χ. οι Έλληνες εγκαταλείπουν τη συλλαβογραφική γραφή που χρησιμοποιούσαν από τον 15ο αιώνα, τη γνωστή γραμμική γραφή Β΄, για να περάσουν σε ένα άλλο σύστημα γραφής που προφανώς δεν είχε τις ατέλειες και τις δυσκολίες ενός συλλαβογραφικού συστήματος. Και μόνο το γεγονός αυτό εκπλήσσει ως απόφαση, όποτε και από όποιους ελήφθη (και τα δύο δεν μάς είναι γνωστά), δοθέντος ότι τέτοιες αλλαγές αποτελούν μείζονα ζητήματα. Ωστόσο, αν κρίνουμε από το μέγα πολιτισμικό γεγονός και το όφελος που προήλθε από την απόκτηση και δημιουργία ενός αλφαβήτου με τα πλεονεκτήματα τού ελληνικού αλφαβήτου, δεν μπορούμε παρά να θαυμάσουμε την τόλμη και τη διορατικότητα όσων πήραν την πρωτοβουλία για μια τέτοια «ανατρεπτική» μετάβαση. Η ανάπτυξη, η έκταση χρήσεως και η κυριαρχία αυτού τού νέου αλφαβήτου δικαιώνει πανηγυρικώς όσους το αποτόλμησαν.Βεβαίως, ας σημειώσουμε επ’ ευκαιρία ότι το μεγάλο «μυστήριο» στη διαδρομή τής γραπτής παράδοσης στην Ελλάδα παραμένει το χρονικό διάστημα τεσσάρων αιώνων (από τον 12ο μέχρι τον 8ο αιώνα π.Χ.), κατά το οποίο δεν έχουν ακόμη βρεθεί γραπτά κείμενα. Τέτοια κείμενα ίσως ανακαλυφθούν στο μέλλον ή ίσως έχουν για πάντα χαθεί λόγω τής υφής τού υλικού στο οποίο εγράφησαν (πήλινες πινακίδες, ξύλο κ.λπ.).

Αξίζει να εξαρθεί, επίσης, το γεγονός ότι στον ελληνικό χώρο η γραφή με τη χρήση τού ελληνικού αλφαβήτου δεν απετέλεσε αποκλειστικό κτήμα μιας μικρής ομάδας ανθρώπων (ιερέων, λογίων κ.ά.). Συνέστησε εξ αρχής αντικείμενο αξιοποίησης από τον δήμο, όσων δηλ. ήσαν θεσμικά εντεταλμένοι να καταγράφουν αποφάσεις, ψηφίσματα, νόμους κ.λπ. τής Πολιτείας (τής αρχαίας πόλεως-κράτους), αλλά συγχρόνως και μέσο διδασκαλίας καθώς και γραφής έργων ποίησης, θεάτρου, φιλοσοφίας, επιστήμης. Έτσι συγκροτήθηκαν τα πρώτα βιβλία και οι πρώτες βιβλιοθήκες ήδη στην αρχαιότητα, αφού η αλφαβητική γραφή ─ εύκολη, προσιτή και οικονομική όπως ήταν το ελληνικό αλφάβητο─ απετέλεσε πλέον κύριο όχημα αποτύπωσης τής σκέψης, των αναγκών επικοινωνίας, τής παιδείας και τού πολιτισμού γενικότερα.

Ο Eric Havelock (καθηγητής φιλοσοφίας σταπανεπιστήμια Harvard και Yale) εκτίμησε τη σημασία τού ελληνικού αλφαβήτου ευρύτερα για τον πολιτισμό λέγοντας : «Η επινόηση του ελληνικού αλφαβήτου, σε αντίθεση με όλα τα προηγούμενα συστήματα περιλαμβανομένου τού φοινικικού, στοιχειοθέτησε στην ιστορία τού ανθρώπινου πολιτισμού ένα γεγονός, η σπουδαιότητα του οποίου δεν έχει ακόμη γίνει πλήρως αντιληπτή. Η εμφάνισή του διαχωρίζει όλους τους προελληνικούς πολιτισμούς από τους μεθελληνικούς» και «Η απλότητα και η χωρητικότητα (spacing) τού ελληνικού αλφαβήτου υπήρξαν καίριοι παράγοντες για τη μετάβαση στον γραπτό πολιτισμό».

         
Απόσπασμα από την  Εισαγωγή στο υπό έκδοσιν («Κέντρο Λεξικολογίας»)  βιβλίο μου

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ. Η γραφή τής ελληνικής γλώσσας από τις απαρχέςτης ώς τη σύγχρονη ορθογραφία της.