Η διδασκαλία τού αρχαίου λόγου στο Γυμνάσιο

Ό,τι κακό υπάρχει στην παιδεία μας και στον ιδιαίτερο χώρο τής διδασκαλίας τού αρχαίου λόγου στο Γυμνάσιο δεν έχει καμία σχέση με το αντικείμενο που διδάσκουμε -το αρχαίο κείμενο στο πρωτότυπο-, αλλά με τη νοοτροπία, τον τρόπο και τα μέσα που το διδάσκουμε. Αυτά πρέπει να βελτιωθούν και να βελτιστοποιηθούν, αντί να εγκαταλειφθεί το ίδιο το αντικείμενο.
Η φιλοσοφία, άλλωστε, κάθε εκπαιδευτικής μεταβολής και μεταρρύθμισης είναι να δώσει περισσότερα και καλύτερα μορφωτικά αγαθά σε όσο γίνεται περισσότερα άτομα τής εθνικής κοινότητας. Κάθε υπεύθυνη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση είναι επίσης εξ ορισμού δημοκρατική, υπό την έννοια ότι παρέχει σε όλους ή στους περισσότερους πολίτες τα ίδια μορφωτικά αγαθά, άρα ίσες ευκαιρίες κοινωνικής ανάπτυξης. [….]
Μόνον άμοιροι παιδείας άνθρωποι αδυνατούν να εννοήσουν ότι, επιτέλους, η επαφή μας με τα αρχαία κείμενα και την αρχαία μας γλώσσα δεν είναι για τους Έλληνες θέμα κάποιας χρήσιμης πληροφόρησης για την ιστορία τής γλώσσας μας, ή απλή επιδίωξη μιας ελιτίστικης παιδείας για τους ρομαντικούς νοσταλγούς τού αρχαίου κόσμου. Είναι ζήτημα πνευματικής επιβίωσης και διασφάλισης τής εθνικής μας ταυτότητας. Η επαφή με τον αρχαίο ελληνικό λόγο, με τη διττή και αδιαίρετη υπόστασή του, είναι επιστροφή στις ρίζες μας, σ’ αυτές που έθρεψαν και σφράγισαν τη μορφή τού Νέου Ελληνισμού. Γιατί οι ρίζες τής νεοελληνικής μας γλώσσας, για να περιοριστούμε στη γλώσσα, δεν βρίσκονται (όπως ξέρουν καλά οι φιλόλογοι) στις τελευταίες εικοσαετίες και τους τελευταίους αιώνες. Οι ρίζες μας είναι η κοινή των Ευαγγελίων, όπου έχουν ήδη διαμορφωθεί τα βασικά χαρακτηριστικά τής δομής (φωνολογικής, μορφολογικής και συντακτικής) τής νεοελληνικής γλώσσας. Και η κοινή με τη σειρά της, δεν ξεφύτρωσε από τις Άλπεις ή τα Ιμαλάια! Είναι αποτέλεσμα οργανικής εξέλιξης τής αρχαίας μας γλώσσας –ιδιαίτερα τής αττικής διαλέκτου- σε οικονομικότερα δομικά σχήματα.[…]
Είναι απαραίτητη, λοιπόν, η διδασκαλία τής Αρχαίας Ελληνικής από το Γυμνάσιο, μέσα από επιλεγμένα κείμενα, που δίνουν ανάγλυφη την εικόνα τής βασικής γραμματικής και συντακτικής δομής τού αρχαίου ελληνικού λόγου, μέσα από ένα λεξιλόγιο με τις πιο εύχρηστες και βασικές λέξεις τής κλασικής ελληνικής, εκείνες που αποτελούν τις «λέξεις-αντικείμενα» τού B.Russell ή τις «ατομικές έννοιες» τού G.W.Leibniz. Πρόκειται για λέξεις τού τύπου: πόλις, δήμος και άστυ, φύσις, ύλη, βίος, έργο, γένος και οίκος, νους (με την έννοια «νόησις») και πνεύμα και οίδα («είδησις», «ιστορία»). Αλλά και τίθημι («θέσεις» και «θεσμοί») και δίδωμι («δόσεις» και «δώρα») και ίστημι («στάσεις», «στάδια» και «συστήματα») κ.ο.κ. Πρόκειται, δηλαδή, για λέξεις (έννοιες)-κλειδιά, με τις οποίες δηλώνεται όλος ο σύγχρονος πολιτισμός και οι οποίες αποτελούν τη βάση για τον «διευρυμένο κώδικα» τού Bernstein, δηλαδή για τη διαμόρφωση ενός γλωσσικού οργάνου κατάλληλου για σύνθεση και απαιτητικές μορφές επικοινωνίας. […] 
Και ρωτάμε: ό,τι γίνεται έξω από την Ελλάδα, για τα Ελληνικά, από μη-Έλληνες, δεν μπορεί να γίνει επιτέλους από Έλληνες, στην Ελλάδα, για τα Ελληνικά μας;

(Από το βιβλίο τού Γ.Μπαμπινιώτη Ελληνική Γλώσσα: «Παρελθόν-Παρόν-Μέλλον», Αθήνα 1994, σελ. 286 κ.εξ.)