H δημιουργικότητα ως ελευθερία τής γλώσσας

Παρά τους φραγμούς  τής συμβατικής κοινωνικής γλώσσας τού ανθρώπου, παρά τις δυσχέρειες που προβάλλει ο σημειακός χαρακτήρας τής γλώσσας, η προκαθορισμένη σε γενικό και ειδικό επίπεδο δομή της και η αναπόφευκτη «φθορά» που υφίσταται από γενικότερη αμέλεια στη χρήση της, η γλώσσα δεν παύει να αποτελεί μια μορφή ελευθερίας τού ανθρώπου.
Καταρχήν η ελευθερία τής γλώσσας δεν νοείται μόνο υπαρξιακά, ως αποδέσμευση τού εσωτερικού κόσμου τού ανθρώπου, μόνο δηλαδή με την έννοια ότι ο άνθρωπος με τη γλώσσα του δίνει διέξοδο στην εσωτερική του ύπαρξη, βγαίνει από την απομόνωση και υπάρχει μέσα από την επικοινωνία του με τους άλλους∙ είναι και η γλωσσική καθαρώς ελευθερία τής γλώσσας από τη γλώσσα και διά της γλώσσας.
Με αυτήν τη δεύτερη έννοια ενδιαφέρει εδώ περισσότερο η ελευθερία: ως ελευθερία τής γλώσσας από τους φραγμούς που θέτει η ίδια στον εαυτό της.
Σε τι συνίσταται όμως η ελευθερία αυτή; Ο γλωσσολόγος θα απαντήσει: σε μία γενική ιδιότητα τής γλώσσας ως σημειακού συστήματος που είναι γνωστή ως δημιουργικότητα τής γλώσσας (linguistic creativity). 
Αυτό που ξεχωρίζει την ανθρώπινη γλώσσα και τη διακρίνει ριζικά από τη «γλώσσα» των ζώων και από τις τεχνητές, μη φυσικές γλώσσες, είναι ακριβώς ο δημιουργικός της χαρακτήρας.
Ο άνθρωπος με τη γλώσσα του είναι σε θέση να παραγάγει ως ομιλητής και να κατανοήσει ως ακροατής ένα άπειρο πλήθος προτάσεων, μια απειρία γλωσσικών πληροφοριών σχετικά με οποιοδήποτε θέμα. Στην παραγωγικότητα αυτού τού μηχανισμού τής γλώσσας, που αποτελεί πεπερασμένο σύστημα, και γι’ αυτό κατακτήσιμο από τον άνθρωπο, δεν υπάρχουν όρια. Υπάρχουν μόνο πλαίσια δομικά, στα οποία θα πρέπει να κινηθεί η δυνάμει άπειρη γλώσσα τού ανθρώπου. [...] Στο πλαίσιο αυτής τής δημιουργικότητας δεν υπάρχει τίποτα που να μην είναι γλωσσικά εκφράσιμο, δεν υπάρχει διανόημα τού ανθρώπου που να μην είναι γλωσσικά διατυπώσιμο. Η εκάστοτε εμφανιζόμενες δυσχέρειες στη γλωσσική διατύπωση (με εξαίρεση την έλλειψη ειδικών επιστημονικών όρων ή και πολιτισμικών λέξεων που ενδεχομένως να λείπουν από μια γλώσσα σε ορισμένη χρονική περίοδο, δηλαδή με εξαίρεση ορισμένες λεξιλογικής φύσεως ελλείψεις που είναι όμως πολλαπλά αναπληρώσιμες), είναι δυσχέρειες στη σύλληψη των διατυπούμενων νοημάτων. 
Εδώ το αξίωμα του φιλοσόφου τής γλώσσας Wittgenstein ισχύει απολύτως: «Ό,τι μπορούμε να πούμε, μπορούμε να το πούμε καθαρά», που υποδηλώνει ότι η ασάφεια στη γλωσσική διατύπωση δεν είναι ζήτημα γλώσσας, αλλά θέμα καθαρότητας στη σύλληψη των νοημάτων. 
[...] Για τον Wittgenstein, ωστόσο, είναι σαφές πως υπάρχουν και νοήματα που δεν μπορεί να συλλάβει ο άνθρωπος για να τα εκφράσει γλωσσικά -«δεν μπορούμε να σκεφτούμε αυτό που δεν μπορούμε να σκεφτούμε∙ και δεν μπορούμε να πούμε αυτό που δεν μπορούμε να σκεφτούμε», πράγμα που οδηγεί τον φιλόσοφο στην υποθήκη: «για ό,τι δεν μπορεί να μιλάει κανείς, γι’ αυτό πρέπει να σωπαίνει («what we cannot speak about, we must pass over in silence)»!
Άρα, όταν λέμε εδώ πως η γλώσσα μπορεί ως δημιουργικός παραγωγικός μηχανισμός να εκφράσει το παν υπόκειται φυσικά ο περιορισμός πως μπορεί να εκφράσει ως σημειακό σύστημα μόνο αυτό που μπορεί προηγουμένως να συλλάβει με σαφήνεια ο ανθρώπινος νους. 
Η γλώσσα δεν μπορεί ποτέ να ξεπεράσει τον εαυτό της, να υποκαταστήσει τη σύλληψη τού μηνύματος. Είναι σαφώς ο διεπεραιωτής τού μηνύματος. Το μέσο με το οποίο θα εκφραστεί τελικά το μήνυμα ως πληροφορία. Τίποτα περισσότερο, αλλά και τίποτα λιγότερο. Δεν μπορεί το «ένδυμα» να είναι ανώτερο τού «ενδυομένου», γιατί τότε το αποτέλεσμα είναι στείρος βερμπαλισμός ή αποπροσανατολιστική ωραιολογία. Ούτε πρέπει το «ένδυμα» να είναι κατώτερο τού απαιτουμένου κατά περίπτωση, γιατί τότε πάσχει το ίδιο το περιεχόμενο τού μηνύματος, αφού λειψά ή ελαττωματικά εκφράζεται.
Ο κατάλληλος συνδυασμός, το απαιτούμενο κατά περίπτωση «ντύσιμο» τού περιεχομένου, δηλαδή η λειτουργικά ζυγισμένη και άρρηκτα δεμένη με το γλωσσικό και το εξωγλωσσικό περιβάλλον διατύπωση, μπορεί μόνο να εξυπηρετήσει τη γόνιμη και ουσιαστική επικοινωνία. 
Πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι η επιτυχία στη γλωσσική διατύπωση δεν είναι προτέρημα αυτής ή εκείνης τής γλώσσας, και πως φραγμοί στην επιτυχή έκφραση ενός διανοήματος δεν υπάρχουν σε ορισμένες μόνο γλώσσες, ενώ απουσιάζουν από άλλες. Η σαφής σύλληψη ενός νοήματος μπορεί, σύμφωνα με τα διδάγματα και την πείρα τής σύγχρονης γλωσσολογίας, να εκφραστεί το ίδιο καλά σε κάθε γλώσσα.
Δεν υπάρχει υπεροχή τής μιας γλώσσας έναντι των άλλων∙ υπάρχουν μόνο διαφορές: διαφορές δομής [...] Αυτές οι ιδιαιτερότητες δομής, οι διαφοροποιήσεις τής ανθρώπινης γλώσσας συνιστούν σε γενικές γραμμές ό,τι καλούμε τυπολογία των γλωσσών. Ακριβώς, στην τυπολογία τους, στα ειδικά χαρακτηριστικά δομής τους διαφέρουν οι γλώσσες, χωρίς αυτό να σημαίνει πως μια γλώσσα δηλώνει κάτι που δεν μπορεί να δηλώσει μια άλλη.

(Από το βιβλίο τού Γ.Μπαμπινιώτη «Η γλώσσα ως αξία», Αθήνα 1994, σελ. 90 κ.εξ.)