Στις ρίζες των λέξεων

Οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, δέχονται σήμερα πως υπάρχει στην Ελλάδα ένα σημαντικό γλωσσικό πρόβλημα. Κατά την άποψη τού γράφοντος, πρόκειται για πρόβλημα ποιότητας γλώσσας, ιδίως εκείνης τής γλώσσας που χρειάζεται σε απαιτητικότερες μορφές επικοινωνίας. 
Το πρόβλημα εμφανίζεται σε τρία κυρίως επίπεδα: τής εκφοράς τού λόγου (φωνητικό), τής δομής του (γραμματικό συντακτικό) και τού λεξιλογίου (σημασιολογικό). Οξύτερο και κρισιμότερο είναι, κατά την εκτίμησή μου, σήμερα το πρόβλημα τού λεξιλογίου.
Από την επικοινωνιακή της πλευρά η γλώσσα δεν είναι παρά ένα σύνολο πληροφοριών. Χιλιάδων καθημερινώς πληροφοριών, που κυμαίνονται από τις απλές και τυποποιημένες μέχρι τις πιο σύνθετες, λεπτές και εξειδικευμένες. Αλλά πληροφορίες θα πει σημασίες, και σημασίες δεν είναι άλλο από λέξεις. Λέξεις σε σχέση με άλλες λέξεις. Λέξεις μέσα στο προτασιακό και διαπροτασιακό (ή υπερπροτασιακό) περιβάλλον. Λέξεις «εν κειμένω», αλλά στη σχέση τους με πληροφορίες εκτός κειμένου («εξωγλωσσικό» ή «καταστασιακό περιβάλλον»). Έτσι, η καλλιεργημένη και επιτυχημένη γλωσσική επικοινωνία έχει ως απαραίτητη προϋπόθεση την καλύτερη δυνατή γνώση -«κατάκτηση» τη λέμε στη γλωσσολογία- και την πιο δημιουργική αξιοποίηση των λέξεων μιας γλώσσας, καθώς και τον μηχανισμό που τις συνδέουν. Προϋποθέτει, δηλαδή, βαθύτερη και εκτεταμένη γνώση τού λεξιλογίου μιας γλώσσας.
Δεν χρειάζεται δε να λεχθεί ότι κάθε αδυναμία στη χρήση και την κατανόηση τής σημασίας των λέξεων οδηγεί αυτομάτως σε αδυναμία κατανοήσεως τής έννοιας των λέξεων, άρα και των νοημάτων τους -δηλαδή τής σημασίας των προτάσεων.
Πώς, όμως, μπορεί να κατακτηθεί εις βάθος, να εμπεδωθεί και να αξιοποιηθεί δημιουργικά το λεξιλόγιο τής ελληνικής;
Η κατάκτηση τού λεξιλογίου επιτυγχάνεται, κατά βάσιν, σε δύο επίπεδα και σε δύο διαστάσεις: στο παραδειγματικό και στο συνταγματικό επίπεδο τής γλώσσας∙ στη συγχρονική και τη διαχρονική της διάσταση. 
Με άλλα λόγια, τις λέξεις τις μαθαίνουμε στη χρήση τους μέσα στη φράση/ πρόταση/ κείμενο («συνταγματικό επίπεδο») και στις σχέσεις τους με άλλες συναφείς -συνώνυμες, αντώνυμες, υπώνυμες, υπερώνυμες- λέξεις στο λεξιλογικό σύστημα τής γλώσσας («παραδειγματικό επίπεδο»).
Ακόμη, τις μαθαίνουμε με τη σημασία που έχουν σήμερα -ή μια ορισμένη χρονική περίοδο- στη γλώσσα («συγχρονική διάσταση»), αλλά -αν πρόκειται για γλώσσα με συνέχεια και μακρά παράδοση και καλλιέργεια, όπως η ελληνική- και στη «διαχρονική διάστασή» τους, δηλαδή στην ετυμολογική τους προέλευση και σχέση τους με άλλες λέξεις, καθώς και στην αρχική ή ριζική («πρώτη») έννοια σε σχέση με την εξελιγμένη ιστορικά σημασία τους. 
Μια τέτοια γνώση των λέξεων εξασφαλίζει, είναι επόμενο, την εις βάθος κατανόηση και τη δημιουργική εν συνεχεία χρήση τους σε όλα τα επίπεδα τής σημασίας: την κυριολεκτική και τη μεταφορική, την ετυμολογική/ ριζική/ πρωτογενή και την υστερογενή, τη δηλωτική και την υπαινικτική, την άμεση και την έμμεση, τη συμβατική και την εξατομικευμένη, τη λογική (περιγραφική) και τη βιωματική (σχολιασμένη) κ.λπ.
Γιατί το δύσκολο και απαιτητικό παιχνίδι τής ανθρώπινης γλωσσικής επικοινωνίας παίζεται, κατ’ ανάγκην, με εναλλαγή και αξιοποίηση όλων αυτών των σημασιολογικών δυνατοτήτων των λέξεων.
(Από το βιβλίο τού Γ. Μπαμπινιώτη «Ελληνική Γλώσσα: Παρελθόν -Παρόν -Μέλλον», Αθήνα 1994, σελ 301 κ. εξ.)