Συγχρονική διάσταση τής γλώσσας

Οι γλωσσολόγοι λένε πως πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα κάθε γλώσσα είναι μια ιδιαίτερη δομή, μια ξεχωριστή μορφή, ένα αυτόνομο σύστημα. Αυτό σημαίνει πως δεν δεχόμαστε ότι η γλώσσα είναι μόνο λέξεις -ένα απλό άθροισμα λέξεων. Αν η γλώσσα ήταν απλώς λέξεις, θα μπορούσαμε εύκολα να μάθουμε μια ξένη γλώσσα, θα μπορούσαμε επίσης εύκολα να μεταφράσουμε από τη μια γλώσσα στην άλλη κ.ο.κ. Κι όμως ξέρουμε ότι αποτελεί άθλο το να μάθεις σωστά μια ξένη γλώσσα, όπως αποτελεί άθλο το να μπορείς να μεταφράσεις σωστά δύσκολα, λογοτεχνικά ιδίως, κείμενα. Επομένως γλώσσα δεν είναι μια απλή διαδοχή λέξεων. Είναι πάνω απ’ όλα μορφή ή, αλλιώς, δομή. Λέγοντας δε δομή, εννοούμε ένα οργανωμένο, αυτόνομο σύστημα στοιχείων που συνδέονται με συγκεκριμένες σχέσεις, επιτελούν ορισμένες λειτουργίες, νοούμενες και εξαρτώμενες πάντοτε από ένα ήδη διαμορφωμένο σε κάθε γλώσσα γενικότερο σύστημα.[…]
Κάθε λεκτικό στοιχείο μιας οποιασδήποτε γλώσσας, λ.χ. το σημείο "δίδω" τής Ελληνικής, δεν είναι μια απλή λέξη. Είναι μια αξία στη γλώσσα. Τι εννοούμε μ’ αυτό; Ότι καταλαμβάνει μια ιδιαίτερη, μοναδική θέση μέσα σ’ ένα πλέγμα σχέσεων που συνιστούν το σύστημα τής συγκεκριμένης γλώσσας, εν προκειμένω τής Ελληνικής. Το δίδω υπάρχει -όντας αυτό που όλοι καταλαβαίνουμε όταν λέμε δίδω- διότι συνδέεται με μια σειρά σημασιών με τις οποίες συνωνυμεί – τις σημασίες : «προμηθεύω», «εφοδιάζω», «παρέχω» κ.τ.ό. Συνδέεται ακόμη με μια σειρά από τις οποίες αντωνυμεί, αντιτίθεται -εννοώ τα: «δέχομαι», «λαμβάνω» κ.τ.ό. Συνδέεται τέλος με μια σειρά σύνθετα τής ρίζας δίδω: με τα «παραδίδω», «επιδίδω», «προσδίδω» κ.τ.ό. Ακόμη συνάπτεται με μια σειρά ομορρίζων, τα «δίνω», «δώσω», «δοτός», «δώρο» κ.τ.ό. Τέλος το στοιχείο δίδω είναι συνδυασμένο με μια σειρά από σχέσεις, όπως ότι δέχεται ένα υποκείμενο, δράστη (π.χ. «ο Χ δίδει το βιβλίο στον πατέρα»), έναν αποδέκτη δράσεως, έμμεσο αντικείμενο («στον πατέρα»), κι έναν φορέα τής δράσεως, άμεσο αντικείμενο («το βιβλίο»). 
Επομένως, κάθε στοιχείο στη γλώσσα είναι τμήμα ενός σύνθετου και πολύπλοκου μηχανισμού που απαρτίζεται από ένα τέτοιο πλέγμα σχέσεων. Υπ’ αυτή την έννοια, κάθε στοιχείο στη γλώσσα είναι μοναδικό σ’ ένα σύστημα που και στο σύνολό του είναι επίσης μοναδικό. Μ’ αυτό θέλω να πω ότι το ελληνικό δίδω δεν συμπίπτει ούτε με το αγγλικό give ούτε με το γερμανικό geben ούτε με το γαλλικό donner κ.ο.κ. Δεν συμπίπτουν, γιατί καθένα από αυτά αποτελεί ένα ιδιαίτερο πλέγμα σχέσεων, τόσο σύνθετο και πολύπλοκο, που είναι αδύνατο να συμπέσει στο σύνολό του με το σύστημα τού give ή τού geben κ.ο.κ.
Συμπέρασμα: Τα συστατικά τής γλώσσας ως στοιχεία δομής έχουν ιδιαιτερότητα∙ το σύστημα τής γλώσσας ως πολύπλοκο σύστημα σχέσεων έχει ιδιαιτερότητα∙ το σύνολο τής γλώσσας ως δομή, ως ιδιαίτερο και αυτόνομο σύστημα, έχει ιδιαιτερότητα. Η ιδιότητα αυτή συνιστά ό,τι ονομάζουμε φυσιογνωμία μιας γλώσσας.
Που οφείλεται, όμως, αυτή η ιδιαιτερότητα τής γλώσσας;
Κάθε γλώσσα είναι μια άλλη σύλληψη, οργάνωση και έκφραση τού κόσμου μας. Είναι, όπως λένε οι γλωσσολόγοι, μια διαφορετική ταξινομία τού κόσμου μας. Έτσι, η ελληνική γλώσσα δεν είναι το ίδιο λ.χ. με τη γαλλική. Με τις διάφορες γλώσσες δεν λέμε απλώς τα ίδια πράγματα με άλλες λέξεις. Συλλαμβάνει, οργανώνει και εκφράζει διαφορετικά ο κάθε λαός τον κόσμο με τη γλώσσα του.
(Από το βιβλίο τού Γ. Μπαμπινιώτη «Ελληνική Γλώσσα: Παρελθόν -Παρόν -Μέλλον», Αθήνα 1994, σελ 14 κ. εξ.)