Γλώσσα: πρότυπο οἰκονομίας

Ἡ ἔννοια τῆς οἰκονομίας εἶναι εὐρύτερη ἔννοια μὲ πολλὲς ἐφαρμογές. 
Μια ἐφαρμογή πολὺ ἰσχυρὴ, σὲ βαθμὸ ποὺ νὰ ἀποτελεῖ πρότυπο οἰκονομίας, εἶναι ἡ γλώσσα. Σὲ τὶ ὅμως συνίσταται ἡ οἰκονομία στὴ γλώσσα;
Στὴν πραγματικότητα, ὑπάρχουν πολλὲς μορφὲς οἰκονομίας στὴ γλώσσα. Οἰκονομία εἶναι ὅτι μὲ ἐλάχιστα φωνήματα (φθόγγους ποὺ διαφοροποιοῦν τή σημασία μιας λέξης) δηλώνουμε τὶς χιλιάδες τῶν σημασιῶν ποὺ ἀριθμεῖ κάθε φυσικὴ γλώσσα. Στὴν Ἑλληνικὴ σήμερα μὲ 5 φωνήεντα (a, e, o, i u) καὶ 18 σύμφωνα (p, t, k – b, d, g – v, δ, γ – f, θ, x – l, r – m, n – s, z ), δηλαδὴ μὲ ἕνα πολὺ οἰκονομικό (καὶ συμμετρικό) σύστημα, δηλώνουμε τὶς χιλιάδες λέξεων-σημασιῶν ποὺ χρειαζόμαστε στὴν ἐπικοινωνία μας καὶ ποὺ συνθέτουν τὸν λεξιλογικὸ θησαυρὸ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας. 
Αὐτὸ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴ διαφορετικὴ διάταξη τῶν φθόγγων (νέα – ἕνα – ἐάν) ἢ μὲ τὴν ἐναλλαγή-ἀντίθεση διαφορετικῶν φθόγγων στὴν ἴδια θέση (π-όνος, τ-όνος,
φ-όνος, μ-όνος) ἢ μὲ διαφορετικὴ θέση τοῦ τόνου (νόμος –νομός, γέρος – γερός, χαμόγελα – χαμογέλα – χαμογελᾶ).
Ἄλλη βασικὴ μορφὴ οἰκονομίας εἶναι ὅτι μὲ ἕναν πεπερασμένο ἀριθμὸ λέξεων σχηματίζουμε τὸν ἄπειρο ἀριθμὸ προτάσεων ποὺ συνθέτει τὴν ἐπικοινωνία μας. Στὴ γλώσσα μποροῦμε νὰ ποῦμε τὰ πάντα. Ὅσο νέο (ποὺ δὲν ἔχει ξαναειπωθεῖ) ἢ μεγάλο σὲ ἔκταση ἢ σύνθετο ὡς νόημα κι ἂν εἶναι αυτὸ ποὺ λέμε. Κι αὐτὸ τὸ ἐπιτυγχάνουμε μὲ τὸν πεπερασμένο (μεγαλύτερο ἢ μικρότερο) ἀριθμὸ λέξεων καὶ κανόνων, ποὺ ἀποτελοῦν τὸν κώδικα τῆς γλώσσας.
Τέλος, συνήθης μορφὴ οἰκονομίας στὴ γλώσσα εἶναι ἡ ἐλλειπτικότητα. Σὲ μια ὁσοδήποτε μεγάλη πρόταση-ἐρώτηση μπορῶ νὰ ἀπαντήσω θετικὰ ἢ ἀρνητικὰ, χωρὶς νὰ χρειάζεται νὰ ἐπαναλάβω ὁλόκληρη τὴν πρόταση, χρησιμοποιώντας ἐλλειπτικὰ ἕνα ἁπλὸ ναὶ ἢ ὄχι. Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ποὺ μποροῦμε καὶ παράγουμε, προσλαμβάνουμε καὶ ἀνακαλοῦμε τὸ ἄπειρο πλῆθος τῶν προτάσεων, ποὺ ἀποτελεῖ τὴ γλώσσα μας.
Αὐτὸς ὁ οἰκονομικὸς χαρακτήρας τῆς γλώσσας εἶναι σύμφυτος μὲ κάθε μορφὴ κώδικα (μουσική, ζωγραφική, σύστημα ἀριθμῶν, διάφορα εἴδη ἠχητικῶν, ὀπτικῶν ἢ
ἄλλων κωδίκων) ποὺ δὲν εἶναι παρὰ μετάβαση ἀπὸ τὸ πεπερασμένο στὸ ἄπειρο καὶ συγχρόνως ὑπέρβαση τῶν περιορισμένων δυνατοτήτων τῆς μνήμης τοῦ ἀνθρώπου. Φανταστεῖτε μόνο τὶ θὰ συνέβαινε ἂν λόγου χάριν γιὰ καθεμιὰ ἀπὸ τὶς χιλιάδες λέξεις τῆς γλώσσας εἴχαμε διαφορετικοὺς φθόγγους νὰ τὴν δηλώνει!... 
Θὰ χρειαζόμασταν πολλὲς χιλιάδες φθόγγων ποὺ θὰ ἦταν ἀδύνατο καὶ νὰ μάθουμε καὶ νὰ μποροῦμε νὰ τοὺς ἀνακαλέσουμε στὴ ζωντανὴ ὁμιλία μας.

(Από το βιβλίο τού Γ. Μπαμπινιώτη «Διαλογισμοὶ γιὰ τὴ γλῶσσα καὶ τὴ γλῶσσα μας»,σελ. 34 κ.εξ.)