Ἀγωγὴ τοῦ λόγου

 Ἡ αγωγη εἶναι μα εὐρύτερη ἔννοια ποὺ ἀνάγεται στὴ θεμελιώδη διαδικασία τοῦ ἄγω, τοῦ «δείχνω τὸν δρόμο».
Ἔτσι ἔφθασε ἡ αγωγὴ νὰ δηλώνει τὴν πορεία κάποιου, τὸν τρόπο καὶ τὸν δρόμο ποὺ ακολουθεῖ, τὸ πῶς φέρεται στοὺς γύρω του, τὴ συμ-περι-φορά του.
Μιλώντας γιὰ ἀγωγὴ τοῦ λόγου, δηλώνουμε τὴν ἀνάγκη καθοδήγησης τῶν νέων στὴν ἐπικοινωνία τους, στὴ χρήση τῆς γλώσσας τόσο σὲ προφορικό, ὅσο καὶ σὲ γραπτὸ επίπεδο. Καὶ εἶναι αὐτὴ ἡ καθοδήγηση πολύτιμη, ἴσως ή πιο (μακροπρόθεσμα) σημαντικὴ στὴ ζωὴ τοῦ ἄνθρώπου.
Ὁ τρόπος ποὺ θὰ ἐπικοινωνεῖ μὲ τοὺς ἄλλους: δημιουργικά, ἀποτελεσματικά, μὲ εἰλικρίνεια γιὰ πραγματικὴ συνάντηση μὲ τὸν ἄλλο.
Γιατὶ καὶ ἡ γλώσσα τοῦ ἀνθρώπου ἐπιδέχεται καλλιέργεια. Χρειάζεται ἀγωγή. Εἶναι ὁ λόγος τοῦ καθενός μας ἕνας ὁλόκληρος κόσμος. Καὶ χρειάζεται ἄσκηση καὶ γνώ-
ση καὶ τεχνικὲς γιὰ νὰ βαδίζεις στοὺς δρόμους, στὰ μονοπάτια, στὶς λεωφόρους καὶ στὶς δαιδαλώδεις διαδρομὲς τῆς γλωσσικῆς ἐπικοινωνίας. 
Ἕνα σύνθετο σύμπαν ἀπὸ ἐπικοινωνιακὲς προθέσεις, ἀπὸ γνωστικὲς ἀναζητήσεις, ἀπὸ λεπτὲς νοηματικὲς συνάψεις, ἀπὸ συνδέσεις μὲ τὸν ἔξω κόσμο, μὲ πρόσωπα, μὲ πράγματα, μὲ καταστάσεις, κι ὅλα αὐτὰ μέσα σὲ ἕνα προκατασκευασμένο πλαίσιο ποὺ εἶναι ὁ μηχανισμὸς καὶ ἡ παρακαταθήκη κάθε γλώσσας.
Ἔτσι καλὴ ἀγωγὴ λόγου εἶναι αὐτὴ ποὺ ἔχει ἀσκήσει τὸν ἄνθρωπο νὰ ὁδηγεῖ σωστὰ τὴν ἐπικοινωνία του, νὰ τὴν ἐλέγχει, νὰ κυριαρχεῖ πάνω σὲ αὐτὴν καὶ νὰ φτάνει σὲ
ἀποτελέσματα! 
Ἡ ἀγωγή μας νὰ μιλᾶμε καὶ νὰ γράφουμε δημιουργικά, κατάλληλα γιὰ τὴν περίσταση, μὲ πειθώ, μὲ ἀποδοχή, μὲ ἄνεση, μὲ ποιότητα εἶναι ἡ κατεξοχὴν ἀγωγὴ
ποὺ μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει ὁ άνθρωπος. Γιατὶ –χρειάζεται νὰ τὸ ξαναποῦμε;– ἡ γλώσσα μας εἶναι ἡ σκέψη μας, ἡ γλώσσα μας εἶναι ὁ κόσμος μας, ἡ γλώσσα μας εἶναι ἡ ταυτότητά μας, ἡ γλώσσα μας εἶναι ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξή μας. Κι αὐτὸς ὁ κόσμος ἄγεται, καλλιεργεῖται, καθοδηγεῖται, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἄγεται καὶ νὰ φέρεται... Τότε δὲν πρόκειται γιὰ ἀγωγή, ἀλλὰ γιὰ ὑπ-αγωγὴ τοῦ ἀνθρώπου σὲ ἄλλη τά-ξη ὄντων καὶ σὲ ἄλλες σκοπιμότητες.
Ἂς σημειώσουμε ἐδῶ ὅτι ἡ ἀγωγὴ τοῦ λόγου, ἡ γλωσσικὴ καλλιέργεια τοῦ ἀνθρώπου εἶναι προϊὸν πολλῶν παραγόντων: τοῦ σχολείου, τῆς οἰκογένειας (τὶ λόγος παράγεται καὶ πόσος ἀπὸ καὶ πρὸς τὰ μέλη τῆς οἰκογένειας), τῆς ποιότητας τῶν ἀκουσμάτων, τῆς ποιότητας καὶ τῆς ποσότητας των διαβασμάτων, γενικότερα τῆς γλωσσικῆς αὐτομόρφωσης τοῦ ἀτόμου, τῆς βαρύτητας ποὺ δίνει στὴν κατάκτηση τῆς γλώσσας καὶ στὴν ἴδια τὴ γλώσσα ὡς ἀξία.
Ἡ γλωσσικὴ καλλιέργεια τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἔργο ζωῆς: ἀρχίζει μὲ τὴ γέννησή του καὶ τελειώνει μὲ τὸν θάνατό του. Καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα εἶναι προϊὸν μακρᾶς, ἐπίπονης καὶ συνειδητῆς κατάκτησης. Δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα ἁπλῆς παθητικῆς ἐγγραφῆς συσσωρευμένων γλωσσικῶν εμπειριῶν.

(Από το βιβλίο τού Γ. Μπαμπινιώτη «Διαλογισμοὶ γιὰ τὴ γλῶσσα καὶ τὴ γλῶσσα μας»,σελ. 159 κ.εξ.)