Ἡ γλώσσα τῆς ποίησης καὶ ἡ ποίηση τῆς γλώσσας

Ἔχει λεχθεῖ πὼς ἡ ποίηση γίνεται μὲ λέξεις, ὄχι μὲ ἰδέες. Ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ ποίηση στηρίζεται στὴ γλώσσα. Ὑπάρχει καὶ δημιουργεῖται μὲ τὴ γλώσσα. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ γλώσσα παίζει κυρίαρχο ρόλο στὴν ποίηση, περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι σὲ ἄλλες μορφὲς ἐπικοινωνίας. Εἶναι, λοιπόν, φυσικὸ νὰ δεχτοῦμε ὅτι, ἀφοῦ ἡ γλώσσα εἶναι καθοριστικό στοιχεῖο τῆς ποίησης, μπορεῖ καὶ νὰ μελετηθεῖ. Μπορεῖ νὰ ἀναλυθεῖ καὶ νὰ ἐπισημανθοῦν οἱ μηχανισμοί, τὰ στοιχεῖα καὶ οἱ δεῖκτες ποὺ ἐξασφαλίζουν τὴν ποιητικότητα μέσα σὲ ἕνα ποίημα.
Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἡ ἴδια ἡ γλώσσα ἔχει ποιητικὸ χαρακτῆρα, ἔχει ποιητικότητα, ἔχει ποιητικὴ δύναμη. Αὐτὸ σημαίνει πὼς τὰ συστατικὰ τῆς γλώσσας, οἱ δομές, οἱ σχέσεις τῶν στοιχείων της στὰ διάφορα ἐπίπεδα μποροῦνὰ ἀξιοποιηθοῦν ποιητικά. Ἔτσι λόγου χάριν ὁ παραλληλισμός, ἡ συσσώρευση ὅμοιων στοιχείων μπορεῖ νὰ λειτουργήσει ὡς ποιητικὸς μηχανισμὸς μέσα ἀπὸ ὁμοιότητες ἤχων/φθόγγων (παρήχηση), ὁμοιότητες φθόγγων καὶ μορφολογικῶν ἢ λεξιλογικῶν στοιχείων (ὁμοιοκαταληξία), ὁμοιότητες σημασιολογικῶν στοιχείων (παρομοίωση), γενικότερες  –ἐννοιολογικές, ἐξεικονιστικὲς κ.λπ.– ὁμοιότητες (μεταφορά). Καί, φυσικά, μέσα καὶ ἀπὸ ἀντιθέσεις τῶν ἴδιων στοιχείων.
Ὁ ποιητὴς δηλαδὴ χρησιμοποιεῖ τὰ συστατικὰ καὶ τοὺς μηχανισμοὺς τῆς γλώσσας γιὰ νὰ ἐκφρασθεῖ. Καὶ χρησιμοποιεῖ ὄχι μόνο λέξεις, ἀλλὰ καὶ τὴν πεμπτουσία τῆς γλώσσας, τὴ σύνταξη, τὶς συντακτικὲς καὶ τὶς γραμματικὲς δομές. Δὲν μπορεῖ, ἄλλωστε, στὴ μεγαλύτερη ἔνταση τῶν ἐκφραστικῶν δυνατοτήτων τῆς γλώσσας νὰ ἀπουσιάζει ὁ κεντρικὸς μηχανισμός της, ἡ σύνταξη. Ὅσο παράξενο κι ἂν ἀκούγεται.
Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ὅλων σχεδὸν τῶν εἰδῶν γλωσσικοῦ παραλληλισμοῦ εἶναι οἱ ἑξῆς στίχοι τοῦ Ἐλύτη:

Φύγανε
Καὶ στὰ μάτια μέσα τῶν βυθῶν ἀνερμήνευτος ἔμεινε
ὁ ἀστερίας
Καὶ στὰ βάθη μέσα τῶν ματιῶν ἀνεπίδοτο ἔμεινε
τὸ ἡλιοβασίλεμα...

Εἶναι ἔντονα αἰσθητὴ στὸν ἀναγνώστη τῶν στίχων αὐτῶν ἡ ἐπανάληψη/ὁμοιότητα/παραλληλισμὸς ποὺ ὑπάρχουν σὲ ἐπίπεδο φωνητικό (μ-... μ-... -ν β-...-ν -ν-... ...μ...-ν... ἀλλεπάλληλη χρήση ἔρρινων καὶ χειλικῶν συμφώνων), σὲ ἐπίπεδο λεξιλογικό/σημασιολογικό (μάτια – ματιῶν, βάθη – βυθῶν, ἀνερμήνευτος – ἀνεπίδοτο, ἔμεινε –ἔμεινε), σὲ ἐπίπεδο γραμματικό (ἐπανάληψη ὅμοιων γραμματικῶν στοιχείων: ρηματικῶν χρόνων, οὐσιαστικῶν σὲ οὐδέτερο γένος, ἀλλεπάλληλες γενικὲς πτώσεις κ.ἄ.) καί –περισσότερο ἀπ’ ὅλα τὰ ἄλλα– σὲ ἐπίπεδο συντακτικό (ἡ συντακτικὴ δομὴ « Ὑποκείμενο (ὁ ἀστερίας – τὸ ἡλιοβασίλεμα) + Ρῆμα (ἔμεινε – ἔμεινε) + Κατηγορούμενο (ἀνερμήνευτος – ἀνεπίδοτο) + Ἐπιρρηματικὸς προσδιορισμός (μέσα στὰ μάτια τῶν βυθῶν – μέσα στὰ βάθη τῶν ματιῶν)» ὑπάρχει καὶ στοὺς δύο στίχους, καὶ μάλιστα, ὑπάρχει ἀνεστραμμένη κατὰ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο: προηγεῖται ὁ ἐπιρρηματικὸς προσδιορισμὸς καὶ ἀκολουθοῦν τὸ κατηγορούμενο, τὸ ρῆμα καὶ τελευταῖο τὸ υποκείμενο).
Εἶναι προφανὲς ὅτι αὐτὴ ἡ γλωσσικὴ σύνθεση τῶν στίχων δὲν εἶναι προϊὸν τυχαιότητας, ἀλλὰ ἐπιλογὴ τοῦ ποιητῆ, ποὺ ὑπηρετεῖ τὴν ποιητικότητα τῆς λογοτεχνικῆς ἔκφρασης.

(Από το βιβλίο τού Γ. Μπαμπινιώτη «Διαλογισμοὶ γιὰ τὴ γλῶσσα καὶ τὴ γλῶσσα μας»,σελ. 88 κ.εξ.)