Η πρόσληψη στην ερμηνεία τού κειμένου

Ἡ γλωσσικὴ λειτουργία τῆς ἀποκωδικοποίησης ἑνὸς κειμένου, εἴτε ὡς ἀκρόαση εἴτε ὡς ἀνάγνωση, μὲ ἄλλα λόγια ὁ ἀντίπους τῆς παραγωγῆς ἑνὸς κειμένου, εἶναι ἡ πρόσληψή του. Μὲ τὸν ὅρο πρόσληψη νοοῦμε τὴν προσέγγιση τοῦ κειμένου ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ ἀναγνώστη, νοοῦμε τὴν ἀνάγνωση (ἂς τὸ περιορίσουμε ἐδῶ γιὰ λόγους εὐκολίας στὸ γραπτὸ κείμενο), τὴν κατανόηση, τὴν ἑρμηνεία τοῦ κειμένου. Γιατὶ ἡ πρόσληψη –ὅπως καὶ ἡ παραγωγή– εἶναι μιὰ κατ’ ἐξοχὴν δημιουργικὴ ἐργασία, κατὰ τὴν ὁποία μὲ σειρὰ ὑποθέσεων ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν πρότερη ἐμπειρία μας «ἀνακαλύπτουμε» βῆμα πρὸς βῆμα τὴν κεντρικὴ ἰδέα, τὸ κεντρικὸ νόημα ἢ τὸ μήνυμα ποὺ ἀναπτύσσεται μέσα σὲ ἕνα κείμενο. Αὐτὴ ἡ σταδιακὴ ἀνακάλυψη ἑνὸς κειμένου εἶναι μιὰ σύνθετη διαδικασία ποὺ τελικά συνιστᾶ ὅ,τι ὀνομάζουμε ἑρμηνεία τοῦ κειμένου.
Στὴ διαδικασία πρόσληψης ἑνὸς κειμένου προσερχόμεθα μὲ ἕναν εὐρύτερο ἢ λιγότερο εὐρὺ ὁπλισμὸ γλωσσικῶν ἐμπειριῶν, μὲ τὸν διακειμενικό μας ὁπλισμό: τὴν ἐπαφή μας μὲ συναφῆ κείμενα, τὰ ποικίλα διαβάσματα ἢ/καὶ ἀκούσματά μας. Ἀπὸ αὐτὸν ἔχουμε διαμορφώσει μιὰ νόρμα, ἕναν κανόνα γιὰ κάθε τύπο κειμένου, ποὺ γεννᾶ ὁρισμένες προσδοκίες. Οἱ προσδοκίες αὐτές, ποὺ ἐπαληθεύονται ἢ διαψεύδονται κατὰ τὴν ἀνάγνωση, προσδιορίζουν τὴ ροὴ καὶ τὸν βαθμὸ πρόσληψης. Ἐδῶ συμβαίνει τὸ φαινομενικὰ περίεργο κάθε διάψευση τῶν προσδοκιῶν νὰ λειτουργεῖ ὡς ἔκπληξη καὶ νὰ ξυπνᾶ τὸ ἐνδιαφέρον. Κι ἀντίθετα, ἡ ἐπιβεβαίωση τῶν κειμενικῶν προσδοκιῶν νὰ ἐξασφαλίζει μὲν τὴν ὁμαλὴ ροή καὶ τὴν εὔκολη κατανόηση, ἀλλὰ νὰ στερεῖται τὸ στοιχεῖο τῆς ἔκπληξης, τοῦ ξαφνιάσματος καὶ νὰ μειώνει συχνὰ τὸ ἐνδιαφέρον.
Ὅσο περισσότερο, ὅσο βαθύτερα, ὅσο πιὸ οὐσιαστικὰ προχωρεῖ ἡ πρόσληψη, δηλαδὴ ἡ ἀνακάλυψη τῶν προθέσεων τοῦ δημιουργοῦ καὶ στὸ περιεχόμενο κυρίως, ἀλλὰ καὶ στὴν κατανόηση τῶν μέσων ποὺ ἐπιλέχθηκαν γιὰ νὰ ἐκφρασθεῖ τὸ συγκεκριμένο περιεχόμενο, τόσο πιὸ ἀποκαλυπτικὴ γίνεται ἡ πρόσληψη, τόσο πιὸ βαθιὰ εἰσχωρεῖ στὶς προθέσεις τοῦ δημιουργοῦ. 
Αὐτὴ ἡ βαθύτερη πρόσληψη ποὺ μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ ἠ ἀποκάλυψη ἑνὸς νέου κόσμου, τοῦ συγκεκριμένου κειμενικοῦ κόσμου, εἶναι ὅ,τι ὀνομάζουμε ἑρμηνεία τοῦ κειμένου.

(Από το βιβλίο τού Γ. Μπαμπινιώτη «Διαλογισμοὶ γιὰ τὴ γλῶσσα καὶ τὴ γλῶσσα μας», σελ. 108 κ.ἑξ.)