Οἱ προθέσεις τοῦ κειμένου («intentio texti»)

Πέρασε ἀρκετὸς χρόνος στὴν ἔρευνα τῆς γλώσσας, γιὰ νὰ φθάσουμε μὲ τὴν ἀνάπτυξη τῆς γλωσσολογίας τοῦ κείμενου νὰ κατανοήσουμε καὶ νὰ ἐκτιμήσουμε τί ρόλο παίζουν στὴ γλωσσικὴ διατυπώση ἑνὸς κειμένου οἱ προθέσεις τοῦ δημιουργοῦ τοῦ κειμένου. Ἔτσι ἔγινε κατανοητὸ ὅτι ἕνα κείμενο ἀπὸ τὴ σύλληψή του μέχρι καὶ τὴν ἐκτέλεσή του, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὣς τὸ τέλος του, σὲ ὅλα τὰ στάδια τῆς ἐκπόνησής του διέπεται ἀπὸ τὶς προθέσεις τοῦ συντάκτη τοῦ κείμενου.
Κάθε ἐπιλογὴ λεξιλογικοῦ ἢ γραμματικοσυντακτικοῦ συστατικοῦ στοιχείου ὑπηρετεῖ καὶ ἀξιολογεῖται μὲ βάση τὶς προθέσεις τοῦ δημιουργοῦ, ὅπως γίνονται κατανοητὲς ἀπὸ τὸ κείμενό του.[…] Στὸν βαθμὸ ποὺ ἕνα κείμενο γίνεται αἰσθητὸ ὅτι ἐξυπηρετεῖ ἀποτελεσματικὰ τὶς διαφαινόμενες προθέσεις, μπορεῖ καὶ νὰ ἀξιολογηθεῖ ὡς «καλὸ» ἢ «ἐπιτυχημένο» κείμενο. Ἑξ ἄλλου, καλὴ γλώσσα ἑνὸς κείμενου δὲν εἶναι παρὰ αὐτὴ ποὺ ἐξυπηρετεῖ καλύτερα ὅ,τι ἐπιδιώκει νὰ πετύχει ὁ δημιουργὸς μὲ τὸ κείμενό του.
Στὴν πραγματικότητα ὅμως καὶ σὲ σχέση μὲ τὶς προθέσεις ὑπάρχει τὸ ἑξῆς ὀξύμωρο: ἀφ’ ἑνὸς μέν, οἱ προθέσεις διέπουν καὶ δεσπόζουν ὁμολογουμένως ὁλόκληρη τὴ δομὴ τοῦ κειμένου, ἀφ’ ἑτέρου δέ, συχνὰ τὸ πιὸ δύσκολο καὶ ἀβέβαιο εἶναι νὰ ἀνακαλύψεις τὶς πραγματικὲς προθέσεις τοῦ δημιουργοῦ ἑνὸς ἀπαιτητικοῦ κειμένου
Τὸ τί θέλει νὰ πεῖ ὁ συγγραφέας, ἐνῶ φαντάζει κανονικὰ νὰ εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ἀνάγνωσης ἑνὸς κειμένου, παραμένει ἀρκετὲς φορὲς κατὰ βάθος ἀνεξιχνίαστο. Ἔτσι, ἔχει καταστεῖ θέση ἑνὸς μεγάλου μέρους θεωρητικῶν τῆς λογοτεχνίας ὅτι αὐτὸ ποὺ προέχει δὲν εἶναι τὸ τί ἤθελε νὰ πεῖ ὁ δημιουργὸς ἑνὸς κειμένου, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ καταλαβαίνει ὁ ἀναγνώστης. Ὅτι, τελικά, δηλαδὴ δὲν ἔχουν τόσο σημασία οἱ προθέσεις τοῦ δημιουργοῦ τοῦ κειμένου, ἀλλὰ πῶς τὶς προσλαμβάνειὁ ἀναγνώστης […]. Αὐτὸς διατηρεῖ τὸ δικαίωμα νὰ ἀνακαλύψει στὸ κείμενο ἀκόμη καὶ πράγματα ποὺ δὲν εἶχε στὶς προθέσεις του ὁ δημιουργός, ἀλλὰ ποὺ συνάγονται ἀπὸ τὴν ἐγγενῆ πολυσημία τοῦ κειμένου.

(Από το βιβλίο τού Γ. Μπαμπινιώτη «Διαλογισμοὶ γιὰ τὴ γλῶσσα καὶ τὴ γλῶσσα μας», σελ. 105 κ.εξ.)