H ποιότητα στη γλώσσα

Συχνὰ γίνεται λόγος γιὰ ἀγλωσσία, γιὰ καταστροφὴ τῆς γλώσσας, γιὰ χρήση ἑκατὸ λέξεων ἀπὸ τοὺς νέους, γιὰ κακοποίηση τῆς γλώσσας, γιὰ προϊοῦσα ἐξαφάνιση τῆς Ἑλληνικῆς κ.λπ. κ.λπ. Στὸν βαθμὸ ποὺ ὅλα αὐτὰ δηλώνουν ἐνδιαφέρον καὶ ἀνησυχία γιὰ τὴ γλώσσα καὶ δὲν ἀποτελοῦν ἁπλῆ κινδυνολογία εἶναι κατανοητὰ καὶ ἴσως χρήσιμα. Ὡστόσο, αὐτὸ ποὺ πάντοτε ἐξυπηρετεῖ καὶ ὁδηγεῖ σὲ λύσεις εἶναι ἡ ψύχραιμη ἀντιμετώπιση καὶ πρὸ πάντων ἡ ἀλήθεια.
Ποιά, λοιπόν, εἶναι ἡ ἀλήθεια γιὰ τὴ σημερινὴ κατάσταση τῆς γλώσσας μας; Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὑπάρχει πρόβλημα ποιότητας γλώσσας: ἡ ποιότητα τῆς γλώσσας ποὺ χρησιμοποιοῦμε στὴν προφορικὴ καὶ γραπτὴ ἐπικοινωνία μας δὲν εἶναι ἡ ἐπιθυμητή. Ἀλλὰ τί σημαίνει ποιότητα γλώσσας; Πῶς ἐξασφαλίζεται; Ὑπάρχουν περιθώρια βελτίωσης; 
Ἀπαντοῦμε: Ποιότητα γλωσσικὴ εἶναι ἡ ἀξιοποίηση τῶν δυνατοτήτων ποὺ προσφέρει μιά ἰδιαίτερα καλλιεργημένη γλώσσα ὅπως ἡ Ἑλληνικὴ σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδά της: στὸ λεξιλογικό, στὸ γραμματικοσυντακτικὸ (δομολειτουργικὸ) καὶ στὸ φωνητικό-φωνολογικό. Τὸ πῶς προφέρουμε τὴ γλώσσα, τί λεξιλόγιο χρησιμοποιοῦμε ἀπὸ πλευρᾶς σημασιολογικῆς εὐκρίνειας, εὐστοχίας, ποικιλίας καὶ ὑφολογικῶν ἀποχρώσεων, τὸ πῶς ἀξιοποιοῦμε τὶς γραμματικὲς δομὲς καὶ τὶς συντακτικὲς λειτουργίες, ποικίλες καὶ λεπτές, ποὺ προσφέρει ἡ γλώσσα μας, τὸ σύνολο αὐτῶν τῶν χρήσεων καὶ κυρίως τῶν ἐπιλογῶν ποὺ κάνουμε συνιστοῦν τὴν ποιότητα τῆς γλώσσας.
Ἂν τώρα διερωτηθοῦμε πόσο ἀξιοποιοῦμε αὐτὲς τὶς δυνατότητες, εἶναι βέβαιο ὅτι θὰ συμφωνήσουμε ὅτι τὶς ἀξιοποιοῦμε σὲ πολὺ περιορισμένη ἔκταση. Αὐτό, λοιπόν, ποὺ ἐπείγει καὶ ἐπιβάλλεται εἶναι μέσα ἀπὸ τὴν ἐκπαίδευση καὶ μέσα ἀπὸ τὴν παντοειδῆ εὐαισθητοποίηση τοῦ κόσμου νὰ ὁδηγήσουμε σὲ μιά πιὸ προσεκτική, εὐαίσθητη καὶ ἐπιλεκτικὴ χρήση τῶν μηχανισμῶν καὶ τῶν δυνατοτήτων ποὺ παρέχει ἡ γλώσσα μας.[…]
Εἶναι δύσκολη ἡ ὑπόθεση τῆς γλώσσας, τὸ νὰ κατακτήσεις σὲ βάθος καὶ νὰ φθάσεις νὰ χρησιμοποιεῖς δημιουργικὰ τὸν λόγο, ἀξιοποιώντας τὸν θησαυρό τῆς γλώσσας σου. Τὸ νὰ μπορεῖς νὰ ἐκφράζεσαι ποιοτικά. Κι αὐτὸ ἰσχύει γιὰ κάθε γλώσσα. 
Ὁ ἀγώνας γιὰ κατάκτηση τῆς μητρικῆς μας γλώσσας ἀρχίζει, στὴν πραγματικότητα, ἀπὸ τὶς πρῶτες μέρες τῆς ζωῆς μας (ἀπὸ τὰ πρῶτα ἀκούσματά μας) καὶ συνεχίζεται σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ βίου μας. Εἶναι ἔργο ζωῆς. Καὶ δὲν γίνεται μὲ εὐχὲς καὶ ἀφορισμούς, ἀλλὰ μὲ πολλὴ προσωπικὴ δουλειά. Καὶ πάντα σὲ ἐπαφὴ μὲ κείμενα. Κείμενα γραπτά, ἀλλὰ καὶ κείμενα προφορικά.[…] Γιατί, τελικά, τὰ γλωσσικά μας ἐφόδια εἶναι τὰ διαβάσματα καὶ τὰ ἀκούσματά μας. Αὐτὴ εἶναι ἡ γλωσσική μας προίκα.

(Από το βιβλίο τού Γ. Μπαμπινιώτη «Διαλογισμοὶ γιὰ τὴ γλῶσσα καὶ τὴ γλῶσσα μας», σελ. 78 κ.εξ.