Ἡ τέχνη τής ὁμιλίας

Ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ ἀντικείμενα μάθησης στὴν ἀρχαιότητα, στὸν μεσαίωνα ἀλλὰ καὶ στοὺς νεότερους χρόνους ἦταν ἡ ρητορική, ἡ γνώση καὶ ἄσκηση στὴν τέχνη καὶ τὴν τεχνικὴ τῆς ὁμιλίας. Καὶ σήμερα σὲ μεγάλα πανεπιστήμια τοῦ ἐξωτερικοῦ διδάσκεται συστηματικὰ ἡ ρητορική, ἐνῶ ἀντιθέτως τὸ ἀντικείμενο αὐτὸ ἔχει –μὲ αὐτὸν τὸν τίτλο–πάψει νὰ διδάσκεται στὸν τόπο μας.[….]
Ἡ σύγχρονη μέθοδος διδασκαλίας τῆς γλώσσας στὸ σχολεῖο, ἡ ἐπικοινωνιακὴ μέθοδος, κατ’ ἐξοχὴν ἀποτελεῖ μιά σύγχρονη μορφὴ ρητορικῆς, ἀφοῦ κι αὐτὴ ὅπως καὶ ἡ ρητορικὴ ἀποβλέπει σὲ μιά ἐπιτυχημένη μορφὴ συνάντησης μὲ τὸν ἀκροατὴ καὶ στὴν ἐπίτευξη τῶν στόχων ποὺ θέτει ὁ ὁμιλητής. Τὸ νὰ παράγεις καλά, ποιοτικὰ καὶ ἀποτελεσματικὰ κείμενα εἶναι κοινὸς στόχος τόσο τῆς ρητορικῆς ὅσο καὶ τῆς ἐπικοινωνιακῆς προσέγγισης τῆς γλώσσας.
Ὑπάρχει μιά «ἠθικὴ τῆς ρητορικῆς» ἢ ἡ ρητορική, ἤδη στὴν ἀρχαιότητα, ἔφτασε νὰ εἶναι ἡ τέχνη νὰ πείθεις τοὺς ἄλλους, παραβιάζοντας συνειδητὰ καὶ τὴν ἀλήθεια προκειμένου νὰ ἀποκομίσεις ὀφέλη;. Ἡ ρητορική, ὅπως καὶ ἡ γλωσσικὴ ἐπικοινωνία ἐν γένει, πρέπει νὰ ἐκκινοῦν καὶ νὰ στηρίζονται στὴν ἀλήθεια τῶν λεγομένων, ἡ ὁποία πρέπει νὰ βρίσκεται ἐξ ἀρχῆς στὶς προθέσεις καὶ τὶς ἠθικὲς δεσμεύσεις τοῦ ὁμιλητῆ. Ἡ ρητορικὴ δὲν εἶναι λόγια, ρητορεῖες καὶ βερμπαλισμοί, δηλαδὴ ψεύτικα, ὡραῖα, μεγάλα λόγια ἐρήμην τῆς πραγματικότητας καὶ τῆς ἀλήθειας. 
Στὶς βασικὲς ἀρχὲς τῆς ἐπικοινωνίας ἰσχύει ὅτι ὁ ὁμιλητὴς δεσμεύεται ἠθικὰ ἔναντι τοῦ συνομιλητῆ του ὅτι αὐτὰ ποὺ λέει ἀληθεύουν. Ὅπως ἰσχύει καὶ ὅτι ὁ συνομιλητὴς ἑρμηνεύει σωστὰ τὶς προθέσεις τοῦ ὁμιλητῆ• δὲν τὶς παρερμηνεύει συνειδητά. Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις, ὅταν αἵρεται ἡ ἀλήθεια τοῦ παραγόμενου ἢ τοῦ προσλαμβανόμενου λόγου (τοῦ ὁμιλητῆ ἢ τοῦ ἀκροατῆ), τραυματίζεται καὶ αἵρεται καὶ ἡ ὅλη ἐπικοινωνία. 
Γιατὶ δὲν νοεῖται γλωσσικὴ ἐπικοινωνία ποὺ ἡ ἀλήθειά της ὑπονομεύεται ἐξ ἀρχῆς εἴτε μὲ ὁμιλητὴ ποὺ συνειδητὰ παραπλανᾶ εἴτε μὲ ἀκροατὴ ποὺ συνειδητὰ παρερμηνεύει.
Τελικά, ἡ γλώσσα ὡς ἐπικοινωνία δὲν εἶναι παρὰ μιά ἀμοιβαία ἀλήθεια: ἡ ἀλήθεια τῶν λόγων μας, ἡ ἀλήθεια τῶν σκέψεών μας, ἡ ἀλήθεια τῶν προθέσεών μας, καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα, ἡ ἀλήθεια μίας οὐσιαστικῆς συνάντησης μὲ τὸν ἄλλο.

(Από το βιβλίο τού Γ. Μπαμπινιώτη «Διαλογισμοὶ γιὰ τὴ γλῶσσα καὶ τὴ γλῶσσα μας», σελ. 69 κ.εξ.)