Η διδασκαλία τού αρχαίου ελληνικού λόγου

Στο εμπειρικό επισχείρημα ότι από την αρχαία ελληνική παραγωγή μάς ενδιαφέρει να δώσουμε πρωτίστως το περιεχόμενο και δευτερευόντως —ή ελάχιστα— τη μορφή […] έχουμε να παρατηρήσουμε τα εξής : Το κλασικό κείμενο δεν είναι εγκυκλοπαίδεια στην οποία θα προσφύγει κανείς για να πάρει πληροφορίες […]. Το κείμενο, το μεγάλο κείμενο, είναι μοναδική, ανεπανάληπτη σύνθεση ενός σημαντικού μηνύματος και μιας ανάλογης μορφής. Το μήνυμα πηγάζει, απεικονίζεται και ερμηνεύεται μέσα από μια στάση ζωής, μέσα από ένα συγκεκριμένο όσο και δυσπρόσιτο πολλές φορές στον ερμηνευτή κόσμο ιδεών και συναισθημάτων, ψυχολογικών καταστάσεων, κοινωνικοπολιτικών και οικονομικών συνθηκών κ.λπ., τον κόσμο τού συγγραφέως. Αυτός ο εσωτερικός κόσμος τού συγγραφέως (η ratio) δεν χωρίζεται από τη γλωσσική του έκφραση, από τη συγκεριμένη γλωσσική δομή που ο ίδιος διάλεξε με πολλή αγωνία, την ”αγωνία τού λόγου”, που χαρακτηρίζει κάθε μεγάλο συγγραφέα, από τον εξωτερικό του «λόγο», τη γλωσσική πραγμάτωση (την oratio). Στον μεγάλο δημιουργό -και γι’ αυτούς μιλάμε εδώ- «εσωτερικός λόγος» (σκέψη, διάνοια) κι «εξωτερικόςλόγος» (γλώσσα, ομιλία) δι-υπάρχουν· υπάρχουν ο ένας διά τού άλλου. Σκέψη και λόγος δεν χωρίζονται. Ο Πλάτων στον Σοφιστή του (263d) το θέτει καθαρά : «Οὐκοῦν διάνοια μὲνκαὶ λόγος ταὐτόν· πλὴν ὁ μὲν ἐντὸς τῆς ψυχῆς πρὸς αὐτὴν διάλογος ἄνευ φωνῆς γιγνόμενος…τὸδέ γ’ ἀπ’  ἐκείνης ῥεῦμα διὰ τοῦ στόματος ἰὸν μετὰ φθόγγου κέκληται λόγος». Ο μεγάλος τής γλωσσολογίας, ο ιδρυτής τής νεότερης γλωσσολογίας FerdinanddeSaussure(Coursdelinguistiquegénérale, σ. 157) θα το πει πιο παραστατικά: «Η γλώσσα —ο ενδιάθετος λόγος [langue]— μπορεί να συγκριθεί μ’ ένα φύλλο χαρτιού· η σκέψη είναι η μία όψη και οι ήχοι (η γλώσσα) η άλλη. Δεν μπορεί κανείς να κόψει τη μία όψη, χωρίς να κόψει συγχρόνως και την άλλη. Το ίδιο και στη γλώσσα. Δεν μπορεί κανείς να απομονώσει ούτε τους φθόγγους από τη σκέψη, ούτε τη σκέψη από τους φθόγγους. Σε κάτι τέτοιο θα έφθανε κανείς μόνο με αφαίρεση, που θα κατέληγε σε καθαρή ψυχολογία ή καθαρή φωνολογία».
Πώς, λοιπόν, ο ερμηνευτής -γιατί βέβαια αυτός είναι ο ρόλος τού πραγματικού φιλολόγου που διδάσκει το κείμενο- θα οδηγήσει τον μαθητή του στα βαθιά νοήματα τού Πλάτωνος, στη μεγάλη τέχνη και στα υψηλά διδάγματα των Τραγικών, στον κόσμο των μνημειωδών μορφών τού Ομήρου, αφήνοντας κατά μέρος ή “αναβάλλοντας” για το μέλλον την επαφή με τη γλώσσα τού πρωτοτύπου, δηλαδή τον κώδικα, τον συγκεκριμένο, τον μοναδικό και πολύμοχθα διαλεγμένο από τον ίδιο τον δημιουργό, για να επικοινωνήσει μαζί μας; Δεν καταλαβαίνουμε ότι είναι αυτόχρημα μειωτικό και τραγικά αστείο να αντικαταστήσουμε τον Όμηρο, τον Πλάτωνα, τονΑισχύλο, τον Σοφοκλή, τον Ευριπίδη, τον Πίνδαροκαι τους άλλους με οποιονδήποτε σύγχρονο κύριο -όπουλο, -άκη, -ώτη κ.λπ., που θα ανελάμβαναν στην πράξη να υποκαταστήσουν το πρωτότυπο; Αυτός είναι ο τρόπος που θα επιτύχουμε το καλύτερο παιδευτικό αποτέλεσμα;

(Από το άρθρο τού Γ. Μπαμπινιώτη «Η διδασκαλία τού αρχαίου ελληνικού λόγου στο Γυμνάσιο» στο βιβλίο του «Ελληνική γλώσσα : Παρελθόν, παρόν, μέλλον», σ. 283-5 Αθήνα, Gutenberg 1994)