Πρότυπο δημοτικής η γλώσσα τού Μακρυγιάννη ;

Η «πλάνη» –ή μάλλον η παρεξήγηση– να αναχθεί η γλώσσα των Απομνημονευμάτων σε πρότυπο δομής τής δημοτικής γλώσσας ξεκινάει, περιέργως, από τον Σεφέρη, που ανακάλυψε τον Μακρυγιάννη ως πεζογράφο. Εξηγώντας τη σπουδαιότητα τού Μακρυγιάννη ως πεζογράφου, ο Σεφέρης τον αναγνωρίζει «σαν ένα μεγάλο διδάσκαλο τής γλώσσας μας». Το σημαντικό είναι (που δεν νομίζω ότι έχει προσεχθεί από όσους εκθειάζουν τη γλώσσα τού Μακρυγιάννη παραπέμποντας στον Σεφέρη) πώς ο ίδιος ο ποιητής, σχολιάζοντας τον χαρακτηρισμό του ως «διδασκάλου τής γλώσσας», δεν μιλάει για τη δομή τής γλώσσας του ως προτύπου δημοτικού λόγου, αλλ’ ακριβώς για το ύφος τού Μακρυγιάννη ως πεζογράφου, λέγοντας σημαντικά πράγματα για τη σχέση περιεχομένου και μορφής/γλώσσας, για τη λειτουργικότητα των λέξεων στο κείμενο, για το ύφος γενικά. Κι ότι ύφος και γλώσσα, παρά τη στενή τους σχέση, είναι διαφορετικές οντότητες, δεν χρειάζεται να το συζητήσουμε. Το ύφος τού Μακρυγιάννη [η προφορικότητα, η βιωματική παρουσίαση και η έντονα συναισθηματική φόρτιση, ο προσωπικός σχολιασμός, η λαϊκότροπη αφηγηματική δομή, η αμεσότητα τού λόγου με την κοφτή, ασύνδετη ή παρατακτική δομή του, με την αποφθεγματική, λιτή και πυκνή διατύπωσή του, η άτακτη εναλλαγή χρόνων, η ευρεία χρήση τού διαλόγου κάνουν τη γλώσσα τού κειμένου υποδειγματική ως ύφος και απαράμιλλη ως τεχνική αφηγηματικού λόγου, με χαρακτηριστικό την ανεπιτήδευτη και αποτελεσματική επικοινωνία] κι όχι η γλώσσα του καθεαυτήν, είναι που όντως αποτελεί κεφάλαιο τού νεοελληνκού λόγου και τής τέχνης τού λόγου (λογοτεχνίας) μας. Ας το πούμε καθαρά: η υιοθέτηση των τύπων τής γλώσσας τού Μακρυγιάννη [υπήκογον, συνέλεψης /συνελέψεως, καταφρόνεσιν, σκέση, η Κόρθο – τής Κόρθος, συντρομηταί, τού βρέφου, κολάκοι, κολυμπούγαμεν, κάθεταν κ.τ.ό.] και οι προτροπές για μίμηση τής εξωτερικής δομής της δεν θα προήγαν καθόλου την υπόθεση τής δημοτικής∙ θα την έφερναν απλώς 150 χρόνια πίσω.

(Από τη μελέτη «Μακρυγιάννης. Σκέψεις για τη γλώσσα του» στο βιβλίο τού Γ. Μπαμπινιώτη «Ελληνική γλώσσα : Παρελθόν, παρόν, μέλλον» [Αθήνα 1994 : εκδ. Gutenberg], σελ. 128-129)