Η Ελληνική μετά το «γλωσσικό ζήτημα»

Το πέρασμα από μια «Δημοτική με ακρότητες» (τής α΄ φάσης τής μεταρρύθμισης : 1976-1986) σε μια «Δημοτική χωρίς (σκόπιμες τουλάχιστον) ακρότητες» (στη β΄ [1986-1996] και ιδίως στη γ΄ φάση [1996 – σήμερα]) δείχνει κιόλας τη γενικότερη κατεύθυνση που έχει πάρει η γλώσσα. Σιγά-σιγά την απειρία, την αμηχανία και τον εκνευρισμό έχουν διαδεχθεί η όλο και μεγάλυτερη πείρα, σιγουριά και ηρεμία. Σήμερα κυριαρχεί αρκετή νηφαλιότητα, άγνωστη στο παρελθόν, που αυξάνει μάλιστα και σταθεροποιείται όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε χρονικά από το 1976. Η λόγια παράδοση τής γλώσσας έχει πάψει να αποτελεί το «κόκκινο πανί» και η χρησιμότητα τής διαχρονικής προσέγγισης τής γλώσσας μας δεν αμφισβητείται σήμερα στον ευρύτερο χώρο τής εκπαίδευσης. Με τον ίδιο τρόπο διαλύθηκαν οι πλάνες για την ανεπάρκεια τής Δημοτικής και για τη δήθεν εγγενή αδυναμία της να διδαχθεί. Τη «μυθολογία» και την «κινδυνολογία» που είχε αναπτυχθεί περί το γλωσσικό διέψευσε η πράξη, αποκαθιστώντας την αλήθεια και προς τις δύο κατευθύνσεις.
Σήμερα στην Ελληνική ένα και μόνο πρόβλημα εξακολουθεί να υπάρχει: το πρόβλημα τής ποιότητας τής γλώσσας που παράγουμε και προσλαμβάνουμε, των Ελληνικών που μιλάμε και ακούμε, τής Δημοτικής που γράφουμε και διαβάζουμε. Και όλα δείχνουν πως έχουμε πολύ ακόμη δρόμο να διανύσουμε, μερικές δεκαετίες ίσως αν όχι περισσότερο, για να επιτύχουμε καλύτερη ποιότητα Ελληνικών από περισσότερους Έλληνες...
Αν δεν λυθούν ικανοποιητικά τα προβλήματα που περιγράφουμε (η διδασκαλία τής γλώσσας στο σχολείο, η γλωσσική κατάρτιση των εκπαιδευτικών στα πανεπιστήμια, η εξοικείωση με τα παλιότερα Ελληνικά μας, η επαφή με πρότυπα κείμενα, η ενημέρωση και ευαισθητοποίηση τού κόσμου για τη γλώσσα ως αξία) δεν μπορούμε να είμαστε ήσυχοι πως κάνουμε το σωστό για τη γλώσσα και πως βαδίζουμε με σιγουριά στην ολοκλήρωση τής ιστορικής πράξης που άρχισε το 1976.
Βεβαίως, η γλώσσα είναι έργο ζωής και προϊόν παιδείας –ατομικής και γενικότερης– και πολυσύνθετη οντότητα, για αυτό και η εξασφάλιση ποιότητας στα κείμενά μας (προφορικά και γραπτά) είναι ατομική κατάκτηση και όχι απλή συλλογική κατάσταση. Αυτό είναι αλήθεια. Ωστόσο, αληθεύει επίσης ότι, αν εξασφαλιστούν οι γενικότερες προϋποθέσεις, τότε θα ανέβει και το γενικότερο επίπεδο ως προς μια πιο προσεγμένη και ποιοτική χρήση τής γλώσσας, τέτοια που να αξιοποιεί τις πολλαπλές επιλογές και δυνατότητες που παρέχει η Ελληνική ως κατεξοχήν καλλιεργημένη γλώσσα τόσο στο δομολειτουργικό (γραμματικοσυντακτικό) όσο και στο καίριο επίπεδο τού λεξιλογίου.

(Από την Εισαγωγή με τίτλο «Από το γλωσσικό ζήτημα σ’ ένα πρόβλημα ποιότητας στη χρήση τής γλώσσας μας» [σελ. 43-44] τού Γ. Μπαμπινιώτη στο βιβλίο «Το γλωσσικό ζήτημα. Σύγχρονες προσεγγίσεις», που εκδόθηκε με την επιστημονική επιμέλεια τού Γ. Μπαμπινιώτη από το Ίδρυμα τής Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2011, σελ.619)