Στὴ γλῶσσα δὲν ὑπάρχουν ἀδιέξοδα

Τὴ νέα ἔννοια ἡ γλῶσσα ἔχει δύο τρόπους νὰ τὴν δηλώσει: ἤ νὰ πλάσει μιὰ νέα λέξη με προϋπάρχον ὑλικὸ τῆς γλώσσας (ταχύπλοο, πορθμεο, πύραυλος), συχνὰ μεταφράζοντας ἕναν ὅρο ποὺ ἔχει πλασθεῖ σὲ μιὰ ξένη γλῶσσα (π.χ. ατοκίνητο = automobileδιαδίκτυο = internet) ἤ νὰ χρησιμοποιήσει αὐτούσια τὴν ξένη λέξη (φέρι-μπότ, τζέτ, ντερνετ κ.τ.ὅ.). Τὸ δεύτερο εἶναι συνήθως προϊὸν ραθυμίας, βιασύνης, ἀδιαφορίας, ἄγνοιας ἤ ἀμηχανίας.
Οἱ ὁμιλητὲς μιᾶς γλώσσας ποὺ σέβονται τὴν ἐπικοινωνία τους προσπαθοῦν νὰ ἐκφρασθοῦν μὲ στοιχεῖα παρμένα ἀπὸ τὴν ἴδια τους τὴ γλῶσσα, ἔτσι ποὺ νὰ τοὺς καταλαβαίνουν ὅλοι. Συχνὰ ἐπίσης δημιουργοῦν φράσεις (λεξιλογικὲς συνάψεις) μὲ ἀνάλογη λογικὴ καὶ διαδικασία (συνέντευξη Τύπου = press conference, κατ’ ποκοπήν, ζώνη πυρς κ.τ.ὅ.)
Ἡ γλῶσσα βρίσκει διέξοδο γιὰ κάθε ἐκφραστική της ἀνάγκη. Στὴ γλῶσσα εἶναι ποὺ δὲν ὑπάρχουν ἀδιέξοδα!

(Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Γ.Μ. «Διαλογισμοὶ γιὰ τὴ γλῶσσα καὶ τὴ γλῶσσα μας», σελ.130)