Ντιμπεϊτολογίες

Το Βήμα: (Νέες Εποχές)

7 Μαρτίου 2004

 

      Και ξαφνικά, από τη δεκαετία τού ’90, μάς προέκυψε το αμερικανικής συλλήψεως ντιμπέιτ (debate), ο κορυφαίος δημόσιος από τηλεοράσεως διάλογος των τελικών διεκδικητών τού αξιώματος τού Προέδρου των Η.Π.Α. Κι έκτοτε, ιδίως στις τελευταίες προεκλογικές διαδικασίες δημόσιας αναμέτρησης των υποψηφίων, ντιμπεϊτολογούμε αγρίως… Είναι τραγικό –αν δεν είναι, μερικές φορές, κωμικοτραγικό– η χώρα που γέννησε τον διάλογο ως το προϊόν τής διαδικασίας τού διαλέγεσθαι, με άμεσες ή έμμεσες αναφορές στη λογική-φιλοσοφική έννοια τής διαλεκτικής, να καταφεύγει σε έννοιες-λέξεις-διαδικασίες τύπου ντιμπέιτ! Να έχεις δώσει στον διεθνή λεξιλογικό θησαυρό τα αγγλ. dialogue, γαλλ. dialogue, γερμ. Dialog κ.λπ., να έχεις δώσει τα αγγλ. dialectics, γαλλ. dialectique, γερμ. Dialektik κ.τ.ό. και όταν χρειάζεται να εκφρασθείς ο ίδιος ως πολίτης και πολιτικός με έναν τρόπο γλωσσικά και εννοιολογικά διαφανή που να σε καταλαβαίνουν όλοι ανεξαιρέτως οι Έλληνες να καταφεύγεις (για εντυπωσιασμό; για πολιτικό γόητρο; από μιμητισμό;) σε «ντιμπέιτ» και, το χειρότερο, σε συζητήσεις και κατασκευές εφαρμογής τού «ντιμπέιτ» ή των «ντιμπέιτς» (και αυτό ακούστηκε!), δηλ. να καταφεύγεις σε «ντιμπεϊτολογίες» και «ντιμπεϊτολογήματα»… 
        Προτού έλθουμε στην ουσία αυτής τής πολύ σημαντικής για τη δημοκρατία έννοιας και διαδικασίας τού δημόσιου τηλεοπτικού διαλόγου, ας πούμε λίγα λόγια για τη γλωσσική πλευρά τού όρου. Η λέξη debate τής Αγγλικής προήλθε από το γαλλικό débattre που ανάγεται σε μεσαιωνικό γαλλικό debatre «μάχομαι» από το λατινικό battuo «χτυπώ, καταφέρνω χτυπήματα, πλήγματα». Η βασική έννοια δηλ. τού debate είναι ό,τι το ελληνικό διαπληκτίζομαι, δηλαδή ανταλλάσσω χτυπήματα. Αν λοιπόν αυτό που θέλουμε να δηλώσουμε είναι η ανταλλαγή πληγμάτων, ο όρος ντιμπέιτ θα ήταν ο καταλληλότερος. Αν μάλιστα μάς ενδιέφερε η ακριβής του απόδοση στα Ελληνικά θα μπορούσαμε να καταφύγουμε ακόμη και στη λ. διαπληκτισμός. Ωστόσο, όταν έχεις στη γλώσσα σου, όταν έχεις πλάσει ως ομιλητής μιας πρώιμα καλλιεργημένης γλώσσας, τής Ελληνικής, την πλατωνική ήδη λέξη διάλογος, έχει νόημα να καταφεύγεις στο ντιμπέιτ; Όχι για να μη «μολυνθεί» η γλώσσα σου, αλλά για να επικοινωνήσεις με τους συνέλληνες μέσα από μια παραδοσιακή λέξη κατανοητή σε όλους, μια λέξη με πολιτική βαρύτητα, με προεκτάσεις στον φιλοσοφικό λόγο, με διεθνή απήχηση και επικοινωνιακή εγκυρότητα, τη λέξη διάλογος. Τηλεοπτικός διάλογος θα ήταν η πιο διαφανής απόδοση τού ξενόφερτου και δυσκατάληπτου (στους πολλούς) ντιμπέιτ. Αν πάλι θέλεις να μεταφέρεις στην Ελληνική το πνεύμα τής λέξης ντιμπέιτ, το «πολιτικό άρωμα» τής λέξης, που είναι η έμφαση στην πολιτική διαμάχη, η λεκτική σύγκρουση και αντιπαράθεση των πολιτικών αντιπάλων, η τηλεοπτική μαχητική αναμέτρηση και η τηλεοπτική αντιμαχία, τότε μπορείς να πλάσεις τον νεολογισμό τηλεμαχία, τον οποίο και ο γράφων προτείνει και σχολιάζει στο Λεξικό του ως πιθανή χρήση για όσους δεν θα προτιμούσαν τον όρο τηλεοπτικός διάλογος. Ο όρος τηλεοπτικός διάλογος είναι ακριβέστερος, με μεγαλύτερο εννοιολογικό βάρος, αλλά αποτελεί περιφραστική δήλωση (δύο λέξεις). Ο όρος τηλεμαχία είναι σημασιολογικά φορτισμένος, ανήκει στην ετυμολογική οικογένεια των μάχη, διαμάχη, αντιμαχία και πλεονεκτεί ως μονολεκτική δήλωση. Ωστόσο, το τηλε- ως α΄ συνθετικό πολλών λέξεων (τηλέφωνο, τηλεόραση, τηλέγραφος, τηλεβόλο, τηλεβόας, τηλεπάθεια, τηλεπικοινωνία, τηλεσκόπιο κ.τ.ό.) συνδέεται κατά πολύ με την έννοια «τής μεγάλης απόστασης», τού από μακριά, που θα ήταν εις βάρος τής χρήσης ενός τέτοιου όρου, αν δεν υπήρχαν τα νεότερα σύνθετα τού τύπου τηλεθεατής, τηλεπαρουσιαστής, τηλεπαιχνίδι, τηλεταινία και νεότατα σύνθετα όπως τα τηλεαγορά, τηλεκπαίδευση, τηλεμαραθώνιος κ.ά, τα οποία συνδέουν το α΄ συνθετικό και με τις έννοιες τηλεόραση (ή ορθότερα τηλοψία) και τηλεοπτικός.
        Επί τής πολιτικής αλλά και τής σημασιολογικής και λεξιλογικής ακόμη ουσίας, μαζί με τη λέξη διάλογος καταποντίστηκε και η έννοια τού διαλέγεσθαι των πολιτικών αρχηγών έτσι όπως οργανώθηκε κατά τα ξένα πρότυπα. Αντί να γίνει μια ελεύθερη, φυσική, αβίαστη, ανθρώπινη, πολιτική συζήτηση ανά δύο (όχι μόνο με δύο) ή και με περισσότερους από δύο κάθε φορά ή και με όλους μαζί, οργανώθηκε μια δεσμευμένη, τεχνητή εν πολλοίς, βεβιασμένη, αφύσικη πολιτική συνύπαρξη μεμονωμένων απαντήσεων και έτσι τελικά ο διάλογος ευτελίστηκε σε μονόλογο, σε παράλληλους μονολόγους. Δηλαδή ο τύπος και η ντιμπεϊτολογία έφαγαν την ουσία, τον αληθινό, φυσικό και αποκαλυπτικό διάλογο, που όλοι οι αρχηγοί φάνηκε ότι μπορούσαν να διεξαγάγουν με δημιουργικό τρόπο, τέτοιον που θα ικανοποιούσε τους ακροατές και θα τους βοηθούσε στην κατανόηση των προβλημάτων και σε σωστές εκτιμήσεις. Χάθηκε δηλ. μια σημαντική για τη δημοκρατία ευκαιρία γνήσιου και ουσιαστικού πολιτικού διαλόγου στον βωμό μιας τεχνοκρατικής επίπλαστης προσπάθειας να κερδηθούν εντυπώσεις για ψηφοθηρικούς σκοπούς. Έλειψαν το επιχείρημα και το αντεπιχείρημα, η ολοκληρωμένη διατύπωση σκέψεων και κυριάρχησε αναγκαστικά (από τους όρους τής συζήτησης) ο χασματικός, αποσπασματικός και έντονα συνθηματοποιημένος λόγος.