Το λογοτεχνικό κείμενο. Το Βήμα: Νέες Εποχές, σ. 66, 1/12/2002

 

Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ (Νέες Εποχές)
1 Δεκεμβρίου 2002


* Από τη φύση του το κείμενο, ιδίως το λογοτεχνικό κείμενο, και ιδιαίτερα το ποιητικό, είναι μια δημιουργία

 Οσο ισχύει τού Wittgenstein η ρήση «Ο κόσμος μου είναι η γλώσσα μου», άλλο τόσο ισχύει, νομίζω, η ρήση τού Barthes «Ο κόσμος μας είναι τα κείμενά μας». Η σκέψη και η γλωσσική έκφραση τού ανθρώπου στις πιο δημιουργικές του στιγμές είναι όταν ο συνδυασμός τους γίνεται τέχνη, η τέχνη τού λόγου, η λογοτεχνία. Η τέχνη στην οποία δοκιμάζονται οι ευαισθησίες -κοινωνικές, αισθητικές, εθνικές, πολιτισμικές- και οι γλωσσικές δυνάμεις τού ανθρώπου στην πιο γνήσια και ανιδιοτελή μορφή επικοινωνίας του.

 Η τέχνη τού λόγου, αν την δει κανείς στην γλωσσική της λειτουργία και στη διπλή της διάσταση τής παραγωγής και τής πρόσληψης, είναι ίσως η πιο δημιουργική διανοητική ενέργεια τού ανθρώπου, εφόσον χαρακτηρίζεται από ποιότητα και υψηλές απαιτήσεις. Από τη φύση του το κείμενο, ιδίως το λογοτεχνικό κείμενο, και ιδιαίτερα το ποιητικό κείμενο, είναι μια δημιουργία. Δημιουργία στη σύζευξη δύο ετερογενών στοιχείων: ενός ατομικού, τής σκέψης τού συγκεκριμένου δημιουργού, και ενός συλλογικού στοιχείου, τής συγκεκριμένης εθνικής γλώσσας. Δημιουργία στην υπέρβαση τής συμβατικότητας τής γλώσσας από τον δυνάμει πολύσημο χαρακτήρα τής ποιητικής γλώσσας. Δημιουργία στην επιλογή των στοιχείων -διανοητικών και γλωσσικών- που συγκροτούν την ιδιαίτερη φυσιογνωμία, το ύφος ενός κειμένου. Δημιουργία στην όλη δόμηση τού κειμένου. Δημιουργία στη σύνθεση ενός κειμένου -στην «παραγωγή» του-, αλλά και δημιουργία, κρίσιμη και καθοριστική, στην κατανόηση ενός κειμένου -στην «πρόσληψή» του.

 Να σταθούμε λίγο περισσότερο στην πρόσληψη. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ό,τι θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «μαγικό κόσμο» τής ερμηνείας. Οχι γιατί η ερμηνεία υστερεί σε μέθοδο ή σε επιστημοσύνη, αλλά γιατί παρακολουθώντας την ελευθερία τού κειμένου κινείται κι αυτή σε ένα ευρύτερο φάσμα δυνατοτήτων, που αποτελεί την ελευθερία -όχι την ελευθεριότητα- τής ερμηνείας. Η ίδια η εγγενής πολυσημία τού κειμένου και η οντότητά του ως κατ' εξοχήν προϊόντος συνδυασμού πνεύματος και τέχνης επιτρέπουν περισσότερες προσεγγίσεις, πολύ περισσότερο αφού, όπως έχει επανειλημμένως λεχθεί, δεν υπάρχει κατά κανόνα η έννοια τής αυθεντικής ερμηνείας τού κειμένου (ιδίως όταν αναφερόμαστε σε ποιητικά κείμενα).

 Η πρόκληση προς τον φιλόλογο -τον οποίο ο Riffaterre έχει χαρακτηρίσει ως «υπεραναγνώστη»- είναι να εισδύσει πρώτα ο ίδιος με κατάλληλη προετοιμασία αλλά και ταπεινοσύνη στον μαγικό κόσμο τού κειμένου, για να οδηγήσει εν συνεχεία ως διαμεσολαβητής τον απλό αναγνώστη να ανακαλύψει κι αυτός με τη σειρά του τον κόσμο τού κειμένου. Κι αυτή η διαμεσολάβηση, η «περιπέτεια τής ερμηνείας» είναι πολύ απαιτητική υπόθεση, προϊόν γνώσης, ευαισθησίας αλλά και πνευματικής ευθύνης.

 Πέρα από αυτές τις διαπιστώσεις, θα μπορούσε κανείς να δει νέους προβληματισμούς τής λογοτεχνίας στις μέρες μας, σε σχέση με θέματα όπως η παγκοσμιοποίηση ή η πολυπολιτισμική κοινωνία. Ας αρχίσουμε με μια παραδοχή: η λογοτεχνία μπορεί να μη λύνει προβλήματα, αλλά είναι η κατ' εξοχήν πνευματική διεργασία που θέτει προβλήματα. Είναι στη φύση τού ευαίσθητου δέκτη που είναι και ο αληθινός λογοτέχνης να βλέπει, να κρίνει και να συλλαμβάνει την πραγματικότητα από σκοπιές και σε διαστάσεις που δύσκολα θα μπορούσε να διανοηθεί ο καθημερινός άνθρωπος. Κι αυτή η νέα ματιά ανοίγει νέους ορίζοντες και δυνατότητες για μια νέα θέαση τού κόσμου. Και συγχρόνως δίνει λαβήν σε μιαν άλλη γλώσσα που να τον εκφράζει. Να εκφράζει τη νέα πραγματικότητα. Εννοώ την ποιητική γλώσσα.

 Αυτή η ανάπλαση τής πραγματικότητας στον λόγο τής τέχνης και στην τέχνη τού λόγου μπορεί να πάρει τη μορφή μιας βαθύτερης «εθνικής ευαισθησίας» και μαζί μιας «ευαισθησίας τής ανεκτικότητας», μιας ευαισθησίας που οδηγεί στην συνειδητοποίηση τής ιδιαιτερότητας τού εαυτού μας και συγχρόνως τού σεβασμού τής ιδιαιτερότητας των άλλων. Στην α' περίπτωση η εθνική ευαισθησία όπως εκφράζεται σε μια εθνική λογοτεχνία, είναι το αντίβαρο -όχι κατ' ανάγκην και η ανατροπή- μιας σύλληψης τού κόσμου που τείνει στην ελαχιστοποίηση των διαφορών και στην αναζήτηση καθολικών σχημάτων που ενώνουν τους ανθρώπους σε διεθνές επίπεδο. Ο εθνικός λόγος τής τέχνης αντιτάσσεται στον υπερεθνικό ή διεθνικό λόγο τής τέχνης. Η εθνική λογοτεχνία στην παγκοσμιοποιημένη σύλληψη τού κόσμου. Στη β' περίπτωση η τέχνη τού λόγου οδηγεί με τη συνειδητοποίηση τής αξίας και με τον σεβασμό τής διαφορετικότητας στην προσέγγιση τού κόσμου μέσα από μια πολλαπλή αντίληψη τού πολιτισμού. Οδηγεί στην πολυπολιτισμική αντίληψη τού κόσμου. Ετσι η τέχνη τού λόγου ευαισθητοποιεί τον δέκτη να ενδιαφερθεί και για άλλες συλλήψεις και εκφράσεις τού κόσμου, τον οδηγεί στην πολυπολιτισμικότητα.

 Γενικά, μπορούμε, νομίζω, να πούμε ότι κάθε προσεγμένη μορφή τέχνης τού λόγου, κάθε λογοτέχνημα, που είναι προϊόν καλλιεργημένης σκέψης και καλοδουλευμένης γλωσσικής έκφρασης, είναι συγχρόνως και μια πρόταση -άμεση ή έμμεση ή απλώς υπαινικτική- να δούμε διαφορετικά ό,τι συνήθως περνάει απαρατήρητο μπροστά από τα μάτια μας ή ό,τι δεν προσπαθήσαμε ποτέ να το σκεφθούμε σε βάθος ή και να το αμφισβητήσουμε. Είναι μια πρόταση απελευθέρωσης τού νου μας από τα δεσμά τού αυτονόητου και τού πνευματικού εφησυχασμού.