Δημιουργός και δημιουργικότητα στην ποίηση

Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ (Νέες Εποχές, σ. 58)
1 Ιουλίου 2001

* Η γλώσσα στην ποίηση είναι κυρίως το πέρασμα από τη γλωσσική παρακαταθήκη στη γλωσσική σύνθεση

 Αν μου ζητούσαν να ορίσω το πιο ουσιώδες και ουσιαστικό συστατικό στοιχείο τής ποίησης, τον κύριο χαρακτήρα της, θα διάλεγα να την ορίσω ως δημιουργία. Θα επέλεγα αυτή την ετυμολογική-πρωταρχική της σημασία, τη σημασία τού «ποιείν». Η έννοια τού «ποιείν» ήταν εκείνη που δήλωσε εξαρχής την παραγωγή έντεχνου λόγου, τη σύνθεση ενός πνευματικού δημιουργήματος ­που ξεχωρίζει από τις διαδικασίες που δήλωναν άλλα συναφή ρήματα, όπως το πράττω, το δρω ή το ενεργώ. Υποστηρίζω ότι η ποίηση είναι κατ' εξοχήν δημιουργία, η δημιουργία ενός νέου κόσμου (με την έννοια των «κόσμων» τού Montague), τού κόσμου που αποκαλούμε «ποιητικό κείμενο». Και ο ποιητής κειμένων, που αποκαλύπτουν τέτοιους νέους κόσμους, είναι κατ' εξοχήν δημιουργός. Και όλη η διαδικασία σύνθεσης ενός ποιητικού έργου και όλη η τέχνη τού ποιητή χαρακτηρίζονται κατ' εξοχήν από ό,τι ονομάζεται δημιουργικότητα (creativity).

 «Ποίηση», λοιπόν, πραγματική ποίηση ­γιατί ό,τι γράφεται σε στίχους δεν είναι και ποίηση­ είναι πρώτα και πάνω απ' όλα δημιουργία: η δημιουργία ενός νέου κόσμου, μιας άλλης οπτικής γωνίας να δεις ορισμένες πλευρές τού κόσμου μέσω ενός συγκεκριμένου ποιητικού κειμένου με τις σκέψεις και τα συναισθήματα, τις ευαισθησίες και τις εκτιμήσεις, με την τόλμη, την αποκοτιά ή και την πρόκληση τού δημιουργού τού ποιητικού κειμένου, τού ποιητή. Η δημιουργία αυτής τής νέας ματιάς, αυτού τού κόσμου τού ποιητή δεν μπορεί σημειολογικά παρά να πάρει τη μορφή κειμένου, να γίνει αυτό που λέμε ποιητικό κείμενο ή ­πολύ αφαιρετικά, και απλουστευτικά­ ποίημα. Ωστόσο, η δημιουργία ενός ποιητικού κειμένου είναι μια επίπονη σύζευξη δύο διαφορετικών οντοτήτων: των νοημάτων (σκέψεων, ιδεών, εκτιμήσεων, στάσεων κ.λπ.) και των γλωσσικών δηλώσεων (λέξεων, φράσεων, προτάσεων) που ενεργοποιούνται ή και επινοούνται για να εκφραστούν γλωσσικά και να πάρουν κειμενική υπόσταση οι αφηρημένες νοητικές συλλήψεις. Εδώ, στη δύσκολη, λεπτή, σύνθετη και βαθύτατα πνευματική σύζευξη τής σκέψης και τής γλωσσικής δήλωσης, έγκειται ο χαρακτήρας τής δημιουργίας, η δημιουργική δύναμη (ή και αδυναμία) τού ποιητή.

 Το γεγονός ότι κάθε σκέψη, κάθε νοητική σύλληψη τού ανθρώπου μπορεί να δηλωθεί γλωσσικά με περισσότερους τρόπους, το ότι δηλ. η σχέση σκέψης και γλώσσας δεν είναι ποτέ μια απλή, μονοσήμαντη σχέση 1:1, οδηγεί τον συντάκτη κάθε γλωσσικού κειμένου, εν προκειμένω δε τον δημιουργό ποιητικών κειμένων που είναι από τη φύση τους περισσότερο απαιτητικά, να επιλέγει κάθε στιγμή από τον συμβατικό κώδικα τής γλώσσας του ή και να επινοεί νέες γλωσσικές δηλώσεις, αυτές που κρίνει ότι μπορούν να εκφράσουν καλύτερα ό,τι έχει νοητικά συλλάβει ή αισθανθεί και θέλει να το δημοσιοποιήσει ποιητικά. Ολη η διαδικασία τής σύνταξης ενός ποιητικού κειμένου είναι μια δημιουργική διανοητική πάλη τού δημιουργού να συζεύξει και να δαμάσει γλωσσικά τον λόγο ως πνευματική σύλληψη με τον λόγο ως γλωσσική έκφραση, το τι με το πώς, το πνεύμα με τη γλώσσα. Στην πραγματικότητα, προσπαθεί να δαμάσει και να υποτάξει στη συμβατική γλώσσα, ό,τι ξεκινάει εξ ορισμού να είναι μια υπέρβαση τού καθημερινού, συμβατικού, εκλογικευμένου και τυποποιημένου κόσμου τής πραγματικότητας. Ομως ένας άλλος κόσμος ­ο ποιητικός κόσμος τής φαντασίας, τού οράματος, τής ονειρικής ανασύνθεσης, αναδιάταξης και ανάπλασης τής καθημερινής πραγματικότητας­ χρειάζεται και μιαν άλλη γλώσσα, μια εξωσυμβατική εν πολλοίς γλώσσα, μια γλώσσα ποιητική και «ποιητική αδεία» πεποιημένη, τέτοια που να υπερβαίνει τις γλωσσικές συμβάσεις και να ανταποκρίνεται στις εκφραστικές ανάγκες τού ποιητικού κειμένου.

 Η δημιουργικότητα τού ποιητή στο επίπεδο τής γλωσσικής έκφρασης τού ποιήματος, η γλωσσική δημιουργία παίρνει διάφορες μορφές. Κύρια είναι η μορφή που παίρνει στη σύναψη των λέξεων μέσα στη φράση ή την πρόταση, σε ό,τι αποκαλούμε συνταγματική λειτουργία τής γλώσσας (συν+τάσσω > σύν-ταξη, σύν-ταγμα, συνταγματικός). Το πώς συνδυάζεται μια λέξη με μια άλλη, πώς συντάσσονται οι λέξεις μεταξύ τους, τι συνταιριάζει ο ποιητής με τι, αυτή η σύν-ταξη, σύν-θεση και σύν-δεση, αυτή η συνδυαστικότητα είναι η βάση τής γλωσσικής δημιουργίας και τής ποίησης εν γένει. Εχει δίκιο ο Jakobson που επισημαίνει ότι η γλώσσα στην ποίηση είναι κυρίως το πέρασμα από τη γλωσσική παρακαταθήκη (παραδειγματικό επίπεδο) στη γλωσσική σύνθεση (συνταγματικό επίπεδο), δηλ. η γλωσσική δημιουργία. Και αξίζει να θυμόμαστε την παρατήρηση τού Ελύτη για την ίδια λειτουργία τής γλώσσας, τη συνταγματικότητα, που λέει: «Τριάντα αιώνες και πλέον ο άνθρωπος πασχίζει να βάλει τη μία λέξη κοντά στην άλλη με τέτοιον τρόπο που η σκέψη του να εξαναγκάζεται να παίρνει καινούργιες, αδοκίμαστες στροφές».

 Η γλωσσική δημιουργία είναι μια διάχυτη διεργασία στο σμίλεμα ενός ποιητικού κειμένου, προϊόν ευαισθησίας αλλά και αξιοποίησης γλωσσικών μηχανισμών, τους οποίους ο δημιουργός χρησιμοποιεί άλλοτε συνειδητά κι άλλοτε υποσυνείδητα ή και ασυνειδήτως. Για να πλάσει γλωσσικά το ποίημα, ο δημιουργός θα αναπλάσει το υλικό του όχι μόνο από τα αποθέματα τού λεξιλογίου της μητρικής του γλώσσας, αλλά κι από στοιχεία που θα τού δώσει η ίδια η δομή τής γλώσσας του, η γραμματική και η συντακτική δομή της. Γιατί, όπως μας έχει διδάξει από παλιά ο Jakobson κι αποτελεί θέση τής σύγχρονης ανάλυσης τής γλώσσας των λογοτεχνικών κειμένων, παράλληλα προς τη γραμματική τής ποίησης, την ποιητική γραμματική υπάρχει και η ποίηση τής γραμματικής, η ποιητικότητα που εξασφαλίζουν στον λόγο οι γραμματικοσυντακτικές δομές τής γλώσσας («the grammar of poetry and the poetry of grammar»).