Η επιβίωση της ελληνικής γλώσσας στην Αυστραλία

Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ (Νέες Εποχές, σ. 8)

26 Σεπτεμβρίου 1999



     Σε πρόσφατο επιστημονικό ταξίδι μου στην Αυστραλία, μιλώντας σε πυκνά πολύμορφα ακροατήρια, συζητώντας δημόσια και ιδιωτικά με δεκάδες Ελλήνων τής Αυστραλίας, επισκεπτόμενος σχολεία, δημόσια και ιδιωτικά, ημερήσια και εβδομαδιαία, κουβεντιάζοντας με πανεπιστημιακούς, με πολιτικούς, με δημοσιογράφους και επίσημους παράγοντες τής Αυστραλίας, διαμόρφωσα ορισμένες απόψεις για την επιβίωση τής ελληνικής γλώσσας και για τον Ελληνισμό τής Αυστραλίας που αξίζει ίσως να εκτεθούν δημόσια.

     Εν πρώτοις ο Ελληνισμός στην Αυστραλία αποτελεί σήμερα το πιο ζωντανό κομμάτι τού Ελληνισμού τής Διασποράς: ισχυρές Κοινότητες, σημαντικός αριθμός μονάδων διδασκαλίας τής ελληνικής γλώσσας, πανεπιστημιακές θέσεις, ισχυρή ορθόδοξη Εκκλησία με μεγάλη εκπαιδευτική δραστηριότητα ιδίως στη γλώσσα, πλήθος Ελλήνων επιστημόνων, μεγάλων επιχειρηματιών, γνωστών πολιτικών, μεγάλος αριθμός ελληνικών εφημερίδων και ελληνικών ραδιοφωνικών εκπομπών, ελληνικές λέσχες, πλήθος μεγάλων καταστημάτων και επιχειρήσεων κ.λπ. Αυτή είναι η θετική πλευρά που κάνει την Αυστραλία να ξεχωρίζει.

     Ωστόσο υπάρχει και η αρνητική πλευρά, αυτή που προκαλεί προβλήματα. Οι Ελληνες τής Αυστραλίας συμπληρώνουν σε ορισμένες περιοχές τρεις γενεές μεταναστών, που σημαίνει ότι πολλοί ούτε ακούνε ούτε μιλούν στο σπίτι τους Ελληνικά. Γι' αυτούς τα Ελληνικά ­ όπως άκουσα να λέγεται ­ είναι μια ξένη γλώσσα παρά τα πολιτισμικά ακούσματα που όλοι έχουν. Για να τα μάθουν, θα πρέπει να έχουν κάποια κίνητρα. Τα ερωτήματα που θέτουν είναι: «Σε τι θα μου χρησιμεύσουν τα Ελληνικά; Δεν παύω να είμαι Ελληνας κι όταν δεν γνωρίζω την ελληνική γλώσσα. Επαγγελματικά τα Γιαπωνέζικα ή τα Κινέζικα ή τα Ινδονησιακά μπορούν να μου χρησιμεύσουν περισσότερο. Τα Ελληνικά, άλλωστε, είναι πολύ δύσκολα ­ σε σχέση με τα Αγγλικά που έχουμε μάθει. Η Ελλάδα είναι ωραία χώρα και με μεγάλη ιστορία, αλλά εγώ είμαι Αυστραλός πολίτης και θα ζήσω στην Αυστραλία. Είμαι Ελληνας της Αυστραλίας. Και να θέλω να μάθω Ελληνικά, δεν διδάσκονται στο (αυστραλιανό) σχολείο τής γειτονιάς μου. Με μαθήματα Ελληνικών μία φορά την εβδομάδα δεν μπορώ να μάθω Ελληνικά, χάνω τον χρόνο μου» κ.λπ. κ.λπ.

     Τι θα πει κανείς σ' αυτά τα παιδιά; Τι θα πει στους γονείς που αποφασίζουν, κατά κανόνα, τι θα μάθουν τα παιδιά τους; Τι κάνει η Ελλάδα, αφού ο Ελληνισμός στη Διασπορά ως παρουσία, ως δύναμη και ως επιβίωση είναι, σε μεγάλο βαθμό, και δικό μας μέλημα; Και κυρίως τι πρέπει να γίνει για να μη χαθεί βαθμηδόν ο Ελληνισμός αυτός, πράγμα που μπορεί να συμβεί αν αφεθεί στην τύχη του; Και πάνω απ' όλα ποιος μπορεί να είναι ο ρόλος τής ελληνικής γλώσσας στην επιβίωση τού Ελληνισμού τής Αυστραλίας;

Θα προτείνω ­ αξιοποιώντας και την εμπειρία από τις συζητήσεις μου στην Αυστραλία ­ τα εξής:

     1) Περισσότερα παιδιά Ελλήνων τής Αυστραλίας στην Ελλάδα. Είναι πρωτίστως ανάγκη να συνειδητοποιήσουν οι Ελληνες γονείς ότι πρέπει να στέλνουν τα παιδιά τους να γνωρίσουν και να αγαπήσουν τη σημερινή Ελλάδα, μια σύγχρονη χώρα τής Ενωμένης Ευρώπης, με εξελιγμένη οικονομία, με ενδιαφέροντα σύγχρονο πολιτισμό, με ελκυστικό τρόπο και φιλοσοφία ζωής, μια χώρα που κατέχει κυρίαρχη θέση στα Βαλκάνια. Οσα παιδιά επισκέπτονται την Ελλάδα είναι διαπιστωμένο ότι είναι και εκείνα που θέλουν να μάθουν την ελληνική γλώσσα και που αισθάνονται «περισσότερο» Ελληνες. Αυτό είναι το πιο αποτελεσματικό κίνητρο. Τα χρήματα από τους Ελληνες τής Αυστραλίας δεν λείπουν, για να καλύψουν τα έξοδα τέτοιων ταξιδιών. Ωστόσο, για να είναι πιο αποδοτικές αυτές οι επισκέψεις θα πρέπει να συνδέονται με καλά οργανωμένα εκπαιδευτικά προγράμματα μέσα σε ελλαδικά σχολεία (ήδη άρχισε μια τέτοια συνεργασία αυστραλιανών σχολείων με τα Αρσάκεια Σχολεία). Οσο ξέρω, και η Γραμματεία Αποδήμου Ελληνισμού έχει βοηθήσει με ανάλογα προγράμματα, όπως έχει κάνει και μια πολύ «έξυπνη» κίνηση, προσκαλώντας ­ πρόκειται να έλθουν αυτόν τον καιρό ­ διευθυντές αυστραλιανών σχολείων (από τους οποίους εξαρτώνται τα μαθήματα Ελληνικής) να επισκεφθούν και να γνωρίσουν την Ελλάδα. Μπράβο, σ' αυτόν που είχε αυτή την επιτυχημένη ιδέα!

     2) Περισσότεροι (και καλύτερα αμειβόμενοι) εκπαιδευτικοί από την Ελλάδα στην Αυστραλία. Οι άνθρωποι αυτοί επιτελούν πολύτιμο έργο. Είναι ανάγκη όμως να επιλέγονται σωστά, να γνωρίζουν καλά την αγγλική γλώσσα, να ενημερώνονται με ειδικό σεμινάριο για το εκπαιδευτικό σύστημα, την κοινωνική κατάσταση των Ελλήνων και τα ποικίλα προβλήματα που εμφανίζονται στην εκμάθηση τής γλώσσας από τα αυστραλογεννημένα Ελληνόπουλα. Εκπαιδευτικοί όπως ο κυπριακής καταγωγής φιλόλογος κ. Σάββας Παπασάββας, που γνώρισα στην Πέρθη, αποτελούν ακρίτες τής Ελληνικής και τού Ελληνισμού που πρέπει να έχουν ειδική μεταχείριση από το υπουργείο Παιδείας τής Ελλάδας.

     3) Ριζική αναδιοργάνωση τής διδασκαλίας τής ελληνικής γλώσσας σύμφωνα με τη σύγχρονη μεθοδολογία διδασκαλίας μιας γλώσσας ως δεύτερης ή και ως ξένης. Χρειάζονται κατάλληλα βιβλία (πληροφορήθηκα με χαρά ότι ο συνάδελφος κ. Μιχ. Δαμανάκης μαζί με Ελληνες γλωσσολόγους και γλωσσολόγους τής Αυστραλίας, όπως ο καθηγητής τού Πανεπιστημίου La Trobe κ. Αναστάσιος Τάμης, συντάσσουν μια σειρά τέτοιων βιβλίων) και κατάλληλα εκπαιδευμένοι δάσκαλοι. Οι εξ Ελλάδος εκπαιδευτικοί μαζί με όσους έχουν σπουδάσει στην Αυστραλία μπορούν να επιτελέσουν, σε συνεργασία μεταξύ τους, το δύσκολο αυτό έργο κατά άριστο τρόπο. Μια ειδική σεμιναριακή εκπαίδευση για το πώς μπορούν να διδάξουν εύκολα και αποτελεσματικά τη δομή (γραμματική και συντακτική) τής σύγχρονης Ελληνικής είναι απαραίτητη λόγω των ειδικών συνθηκών τής Αυστραλίας.

     4) Απαιτείται καλύτερη συνεργασία των ελληνικών πανεπιστημίων με τα πανεπιστήμια τής Αυστραλίας. Το θέμα δεν είναι να υπογράφονται συμφωνίες συνεργασίας των Πανεπιστημίων αλλά να παίρνουν σάρκα και οστά για μεγάλα θέματα όπως αυτά που αναφέρουμε. Είναι νοητό λ.χ. να μην υπάρχει σε κανένα ελληνικό πανεπιστήμιο ένας επιστημονικός τομέας ή ένα κέντρο επιστημονικής μελέτης και έρευνας τού Ελληνισμού τής Διασποράς; Βεβαίως κάποιες μεμονωμένες μελέτες και ερευνητικές εργασίες υπάρχουν, αλλά ένα ειδικό Κέντρο με ιστορικούς, γλωσσολόγους, φιλολόγους, κοινωνιολόγους, οικονομολόγους, πολιτικούς επιστήμονες κ.ά. οι οποίοι θα μελετούν τον Ελληνισμό τής Διασποράς στην ιστορική διαδρομή και στη σύγχρονη παρουσία του στον κόσμο μπορεί να λείπει από τη χώρα που από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα υπήρξε κατεξοχήν αποικιστική και μεταναστευτική χώρα; Ο καθηγητής Αναστάσιος Τάμης ίδρυσε στο Πανεπιστήμιο τού La Trobe τής Μελβούρνης το «Εθνικό Κέντρο Ελληνικών Μελετών και Ερευνών» (ΕΚΕΜΕ) με τη συμπαράσταση τού Πανεπιστημίου τής Μελβούρνης και τη γενναία χορηγία τού Ελληνα πατριώτη επιχειρηματία τής Αυστραλίας κ. Ζήση Δαρδάλη. Εμείς στην Ελλάδα τι κάνουμε;