Γλωσσικές καταχρήσεις. Το Βήμα: Νέες Εποχές, σ. 5, 20/9/1998

Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ (Νέες Εποχές, σ. 5)

20 Σεπτεμβρίου 1998

  Ο τρόπος που χρησιμοποιεί ένας λαός τις λέξεις της γλώσσας του καθορίζεται πρωτίστως από τις ανάγκες της επικοινωνίας του, αλλά συνδέεται άμεσα με τη νοοτροπία και την παράδοση ενός λαού όσο και με ένα ήθος που διαμορφώνεται από τη χρήση ή και την κατάχρηση των λέξεων από ορισμένες κοινωνικές ή και επαγγελματικές ομάδες.

  Μερίδιο και «ευθύνη» στην καταχρηστική χρήση ορισμένων λέξεων έχουμε όλοι, ωστόσο την πρωτοβουλία την παίρνουν ­ όπως συμβαίνει συνήθως στη γλώσσα ­ μερικές ομάδες που πρωτοχρησιμοποιούν ή πολυχρησιμοποιούν τις αντίστοιχες λέξεις. Δείγματος χάριν θα αναφερθώ στις γραμμές που ακολουθούν σε δύο γλωσσικές ομάδες καταχρηστικής χρήσης: στα μπάτσος - ράμπο - μπλακ-άουτ καθώς και στα γράφω - πηδώ - το κάνω.

Σημασιολογικές συνυποδηλώσεις

  Τα τελευταία χρόνια τείνουν να επικρατήσουν στη χρήση, ως πιο εκφραστικά και δηλωτικά των αντιστοίχων εννοιών, το μπάτσος αντί του αστυνομικός, το ράμπο αντί του ελεγκτής και το μπλακ-άουτ αντί του συσκότιση. Μια ξένη λέξη έρχεται στις περιπτώσεις αυτές να πάρει τη θέση μιας ελληνικής, μεταφέροντας μαζί μια σειρά από συνυποδηλώσεις που φορτίζουν τη σημασία της λέξης συνήθως αρνητικά και αίρουν ουσιώδεις διαφορές στη δήλωση των εννοιών.

  Συγκεκριμένα, το μπάτσος (από το τουρκικό baç στη γλώσσα των προσεκτικών ομιλητών δηλώνει συνήθως τον αστυφύλακα, το όργανο της τάξεως, αλλά με μια αρνητική χροιά που παραπέμπει στην άσκηση βίας πάνω σε αθώα θύματα, στην αυταρχική εξουσία που ταλαιπωρεί αδύναμους πολίτες κ.τ.ό. Στον λόγο των ίδιων ομιλητών η ουδέτερη λέξη για το όργανο της τάξεως είναι η λέξη αστυνομικός (και αστυνόμος, πβ. «κλέφτες κι αστυνόμοι» που έλεγαν και λένε τα παιδιά παίζοντας και αγγλ. cops and robbers), συνδεόμενη με εύσημες σημασιολογικές συνυποδηλώσεις (την προστασία του πολίτη από τους κακοποιούς, την καταδίωξη των εγκληματιών, την εξασφάλιση της ζωής και της περιουσίας των πολιτών κ.τ.ό.). Αρα η γενίκευση της λέξης μπάτσος, που βλέπουμε να κυριαρχεί λ.χ. στον μεταγλωττισμό των περισσότερων τηλεοπτικών έργων, σε τηλεοπτικές σειρές κλπ., για να αποδώσει το άχρωμο αγγλικό cop, και το σώμα των αστυνομικών μειώνει κοινωνικά και ηθικά και αφαιρεί από την ελληνική γλώσσα τη δυνατότητα να διαφοροποιεί σημασιολογικά τη χρήση των δύο λέξεων, επιβάλλοντας βαθμηδόν σε όλες τις περιπτώσεις τη μία από αυτές, το μπάτσος.

  Ενας ήρωας αμερικανικών ταινιών υπεράνθρωπης δυνάμεως και εκπληκτικής αποτελεσματικότητας, ο Rabo, έδωσε πρόσφατα το όνομά του σε... ειδικό σώμα ελεγκτών της Εφορίας, οι οποίοι θεωρήθηκαν μεταφορικά ότι διαθέτουν όχι ανάλογες ικανότητες, αλλά ανάλογες αρμοδιότητες! Σε πρωτοσέλιδα εφημερίδων και στη γλώσσα της έντυπης και ηλεκτρονικής δημοσιογραφίας η εκφραστική δισύλλαβη λέξη ράμπο, ως δηλωτική μιας δυναμικής, άμεσης και αποτελεσματικής παρέμβασης, πέρασε μεταφορικά να αντικαταστήσει την τυπική, άχρωμη και «κατεστημένη» χρήση του ελεγκτή. Ετσι η λέξη ράμπο, λέξη άκλιτη και έντονα ξενική, χωρίς καμία ετυμολογική διαφάνεια, άγνωστη δηλαδή για τις χιλιάδες των Ελλήνων που δεν συμβαίνει να γνωρίζουν τον Rabo, υποσκελίζει σιγά σιγά τον όρο ελεγκτής, τον οποίο μπορούν να καταλάβουν οι πάντες.
  
  Το ίδιο συμβαίνει και με το μπλακ-άουτ: λέξη εκφραστική, με σημασιακές αναφορές (για τους γνώστες της αγγλικής) στο μπλακ και στο άουτ και με το «γόητρο» της ξένης λέξης. Ωστόσο και η λέξη αυτή δεν μπορεί να έχει τη σημασιολογική και ετυμολογική διαφάνεια που έχει η λέξη συσκότιση (συν + σκοτίζω < σκότος), η πλήρης σκότιση, η καθολική επικράτηση σκότους, η παντελής έλλειψη φωτός (πβ. σύνθετα όπως σύσκιο, συρροή, σύσφιγξη κ.τ.ό.). Ούτε το μπλακ ούτε το άουτ λέει τίποτε στη γλωσσική συνείδηση των περισσότερων ομιλητών της ελληνικής γλώσσας.

Ευφημιστική χρήση

  Και περνάμε στην ομάδα των ευφημιστικών ρημάτων (γράφω - πηδώ - το κάνω) που χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν περιφρόνηση ή απαξίωση (το ρήμα γράφω) και την πράξη της συνουσίας (τα ρήματα πηδώ και κάνω). Από την περίφραση γράφω (κάποιον ή κάτι) στα παλιά μου παπούτσια (ή, στην αργκό, γράφω στα γεννητικά μου όργανα), το γράφω σε χρήσεις όπως «με γράφεις», «τον έγραψαν» κ.τ.ό. έφτασε να σημαίνει «με αγνοείς, δεν με λογαριάζεις, δεν μου δίνεις σημασία, με περιφρονείς κλπ.». Ετσι με το άκουσμα της λέξης γράφω πολλοί από τους νεότερης ηλικίας ομιλητές της ελληνικής χαμογελούν αυθόρμητα συνδέοντας τη λέξη με την ευφημιστική περισσότερο χρήση της παρά με την κύρια σημασία της. Αποτέλεσμα: μία από τις πιο δηλωτικές και «πνευματικές» λέξεις της ελληνικής γλώσσας τείνει να συνδέεται όλο και περισσότερο με την καταχρηστική της σημασία και να περιορίζεται ως εκ τούτου η κύρια σημασία της.

  Οι λέξεις που δηλώνουν συνουσία, ιδίως τα ρήματα, εμφανίζουν ­ για ευνόητους λόγους ­ κοινωνιογλωσσικές δυσκολίες στη χρήση τους. Το «ρήμα με τα τέσσερα γράμματα» λ.χ. της αγγλικής (το ρήμα που σημαίνει τη συνεύρεση, το fuck) άργησε σε παλιότερες κοινωνίες να περάσει στην ευρύτερη γραπτή χρήση (εκείθεν και στα λεξικά), όπως και το αντίστοιχο ελληνικό (επίσης με τέσσερα γράμματα, γ...), του οποίου η ευγενής ετυμολογική προέλευση (αρχική σημασία«έρχομαι εις γάμον», «παντρεύομαι» για γυναίκες ή «νυμφεύομαι» για άντρες) έσωσε για καιρό τα προσχήματα για όσους τουλάχιστον γνώριζαν την αρχαία και τη λόγια ελληνική γλώσσα.

Αίσθηση του μέτρου

  Στη σύγχρονη γλώσσα των τελευταίων ετών μια άλλη λέξη (με τέσσερα γράμματα κι αυτή...), το ρήμα πηδώ χρησιμοποιείται σε ευρεία κλίμακα για να αναφερθεί η κακόσημη και ­ για λόγους ευγενείας ­ απαγορευμένη λέξη γ... Αποτέλεσμα: το «αθώο» ρήμα πηδώ δεν μπορεί να αναφερθεί στη συνομιλία (ιδίως μεταξύ ατόμων νεότερης ηλικίας) χωρίς να προκαλέσει συνειρμούς και αναφορές προς την ευφημιστική χρήση της λέξης με ανάλογα χαμόγελα και υπονοούμενα. Η καταχρηστική σημασία κι εδώ τείνει να αποβάλει την κύρια σημασία της λέξης.

 Το ίδιο συμβαίνει και με τον ξενισμό το κάνει, που αποτελεί επίσης ευφημιστική φράση, για να αποδοθεί η σημασία του «συνουσιάζεται». Στον υποτιτλισμό ξένων (αγγλόφωνων) τηλεοπτικών ταινιών η φράση εμφανίζεται συχνότατα (λόγω και της τολμηρότητας τέτοιων ταινιών). Και η φράση αυτή σε νεανικό περιβάλλον προκαλεί θυμηδία και υπονοούμενα.

  Με όσα είπαμε περιγράφουμε μια ευρεία μορφή γλωσσικής συμπεριφοράς, κατά την οποία με την αναζήτηση πιο εκφραστικών, εντυπωσιακών και παραστατικών λέξεων (στην περίπτωση των μπάτσος, ράμπο και μπλακ-άουτ) ή με την καταφυγή σε ευφημισμούς που εξυπηρετούν την αρκετά ελευθεριάζουσα σύγχρονη γλωσσική επικοινωνία (γράφω, πηδώ, το κάνω), προβάλλεται η ξένη εις βάρος της ελληνικής λέξης. Πρόκειται για μια γλωσσική συμπεριφορά που οδηγεί βαθμηδόν σε μείωση της χρήσης (λόγω των κακόσημων υπονοουμένων που προκαλούν) μερικών βασικών λέξεων.

  Μεγαλύτερη ευαισθησία και προσοχή στη γλωσσική χρήση μπορεί και τον εκσυγχρονισμό να ικανοποιεί (αξιοποιώντας ορισμένες λέξεις σε ορισμένα ­ περιορισμένα ­ γλωσσικά περιβάλλοντα) και τη γλωσσική ισχύ βασικών λέξεων να διατηρήσει.

  Η αίσθηση του μέτρου και στη γλώσσα είναι ίσως ο μόνος πρακτικός κανόνας μιας ποιοτικής χρήσης της, χωρίς να ξεχνάμε από την άλλη μεριά ότι τίποτε δεν μπορεί ­ και δεν πρέπει ­ να αναχαιτίσει τις αναπόφευκτες μεταβολές που διέπουν κάθε ανθρώπινη γλώσσα.