It's Greek to me

Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ (βιβλία - γλώσσα, σ.11)

18 Μαΐου 1997

Είναι γεγονός ­ ευχάριστο και ενθαρρυντικό ­ ότι υπάρχει τελευταία ένα ευρύτερο ενδιαφέρον από ξένους και άλλους (ομογενείς, ελληνικής καταγωγής Ρωσοπόντιους, Βορειοηπειρώτες κ.ά.) να μάθουν Ελληνικά· να μάθουν τη σύγχρονη ελληνική γλώσσα που μιλάμε στην Ελλάδα. Η Ελληνική στις χώρες των Βαλκανίων μαθαίνεται όλο και περισσότερο ­ πιο πολύ από κάθε άλλη βαλκανική γλώσσα. Πολλοί Ευρωπαίοι (Κοινοτικοί υπάλληλοι, τουρίστες, εκπαιδευτικοί κ.ά.) των χωρών της Ενωμένης Ευρώπης επιλέγουν από τις λεγόμενες «μικρές γλώσσες» της Κοινότητας, να μάθουν Ελληνικά. Ευρωπαίοι των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης δείχνουν ένα έντονο ενδιαφέρον. Ομογενείς και ελληνικής καταγωγής άτομα (ιδίως στην Ουκρανία, τη Ρωσία, τη Γεωργία κ.α.) αναζητούν τις γλωσσικές ρίζες τους ­ ενίοτε και ταυτότητα ­ μέσα από την ελληνική γλώσσα. Στην Αλβανία, στη Γιουγκοσλαβία, στα Σκόπια, στη Βουλγαρία, στη Ρουμανία πολλαπλασιάζεται ραγδαία ο αριθμός των ανθρώπων (νέων αλλά και μέσης ηλικίας ατόμων) που προσπαθούν να μάθουν Ελληνικά. Και βέβαια είναι πολλές οι χιλιάδες των Ρωσοποντίων επαναπατριζομένων Ελλήνων, που ερχόμενοι στην Ελλάδα πασχίζουν να μιλήσουν το γρηγορότερο την Ελληνική. Το ίδιο και οι Βορειοηπειρώτες (όσοι δεν έμαθαν Ελληνικά στις περιοχές τους) και οι χιλιάδες των Αλβανών που δουλεύουν στην Ελλάδα. Από κοντά και οι Πολωνοί, και οι Πακιστανοί, και οι Κούρδοι, και οι Γεωργιανές και οι ξενιτεμένες από τις Φιλιππίνες εργαζόμενες· όλοι προσπαθούν να βελτιώσουν τη θέση (και τις αποδοχές) τους μαθαίνοντας Ελληνικά. Η προσωπική μου εμπειρία είναι το βιβλίο μου1 για τη διδασκαλία της Νέας Ελληνικής ως ξένης γλώσσας, το οποίο έχει σημειώσει 2 εκδόσεις και 4 ανατυπώσεις, διδασκόμενο σε σχολεία και Πανεπιστήμια και των πιο απομακρυσμένων χωρών (ΗΠΑ, Καναδά, Αυστραλίας, Ιαπωνίας, Κορέας, Ρωσίας κ.ά.). Ολα αυτά, λοιπόν, δείχνουν πως πρέπει να μας απασχολήσει ως χώρα σοβαρά το μέγα θέμα της διάδοσης και προβολής της σύγχρονης ελληνικής γλώσσας με ό,τι αυτό συνεπάγεται εθνικά, πολιτιστικά, πολιτικά και κοινωνικά.

Με την αφορμή αυτή θα ήθελα να παρουσιάσω από τις στήλες των «Βιβλίων» του «Βήματος», που ήλθε να πληρώσει ένα ουσιαστικό κενό στην ενημέρωση του κοινού, τρία πρόσφατα βιβλία που συνδέονται με την ελληνική γλώσσα και τη διδασκαλία της στους ξένους: α) το «Mathe Modern Greek» του (επίκ. καθηγητή της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών) κ. Μενέλαου Λ. Μπατρίνου, β) το συλλογικό έργο «Η Νέα Ελληνική ως ξένη γλώσσα» και γ) το συλλογικό έργο «Ζητήματα Νεοελληνικής Γλώσσας» σε επιστημονική επιμέλεια των Γ. Κατσιμαλή και Φ. Καβουκόπουλου.

Το βιβλίο του κ. Μπατρίνου, γραμμένο σε αγγλική γλώσσα, υπερέχει από όλα τα Εγχειρίδια διδασκαλίας της Ν. Ελληνικής σ' ένα βασικό σημείο: αξιοποιεί το λεξιλόγιο της Ελληνικής που υπάρχει στις ξένες γλώσσες, ιδίως στην Αγγλική. Διδάσκει λ.χ. ότι το μάθε σημαίνει «learn» και αμέσως επισημαίνει στον ξένο, ότι η λέξη αυτή δεν του είναι άγνωστη, αφού την έχει στο αγγλ. mathematics που είναι από την Ελληνική! Αυτή την τεχνική την αξιοποιεί όπου και όσο περισσότερο μπορεί. Αξιοποιεί δηλ. την τεχνική των αυτούσιων ή ομορρίζων λέξεων που κατάγονται από την Ελληνική. Ετσι δίνοντας το ρ. παθαίνω/έπαθα «suffer», παραπέμπει στο pathology· δίνοντας το άσχημος «ugly», παραπέμπει στο scheme· δίνοντας τα κοιμάμαι/κοιμητήριο, παραπέμπει στο cemetery. Η μέθοδος δεν είναι εύκολη ­ ιδίως για έναν μη ειδικό ­, έτσι λ.χ. (στη σελ. 82) δίνοντας το σοβαρός παραπέμπει στο αγγλ. severe και (στην ίδια σελ.) δίνοντας το νύχτα παραπέμπει στο αγγλ. nocturnal. Αλλά ούτε το severe (δάνειο της Αγγλικής από το λατ. severus) ούτε το nocturnal (δάνειο της Αγγλικής από το λατ. nocturn(alis), θέμα noct- από το nox, noctis «νύχτα») είναι ελληνικά! Είναι λατινικές λέξεις που ­ κι αυτές και χιλιάδες άλλες, όχι μόνο της Λατινικής αλλά και της ίδιας της Αγγλικής ­ ως λέξεις κοινής πηγής, της ινδοευρωπαϊκής λεγόμενης οικογένειας γλωσσών, συγγενεύουν έμμεσα και με αντίστοιχες ρίζες της Ελληνικής (το se-verus συνδέεται με το ελλ. εορτή < we-werta, ανάγονται δε και τα δύο σε κοινή ρίζα wer- «αγαπητός»· τόσο δε το λατ. noct-is όσο και το ελλην. νυκτ-ός και το σανσκριτικό naktas, γερμ. Nacht, αγγλ. night ανάγονται σε κοινή ινδοευρωπαϊκή ρίζα, τη ρίζα nokt- «νύχτα»).

Το βιβλίο του κ. Μπατρίνου απευθύνεται σε ενηλίκους, που μέσω των ετυμολογικών συσχετίσεων, μπορούν να αξιοποιήσουν ευκολότερα μια τέτοια μέθοδο. Οι διδακτικοί της μεθοδολογίας των ξένων γλωσσών θα μπορούσαν να παρατηρήσουν ότι ο συγγραφέας μένει στην παλιά μέθοδο (κείμενο - μετάφραση) και στην παλιά γραμματική (παραδοσιακή) και ότι η επικοινωνιακή μέθοδος απουσιάζει παντελώς. Σε τέτοιες επικρίσεις θα μπορούσε εύκολα να αντιπαρατηρηθεί ότι ο συγγραφέας συνειδητά ακολουθεί μιαν άλλη μέθοδο ­ «λεξικοκεντρική» και μάλιστα «Ελληνοκεντρική», θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε ­ με ειδικούς στόχους και μαθητές με ειδικό ενδιαφέρον. Η πρόσκληση για ένα «αποκαλυπτικό» ταξίδι στη μαγεία της γλώσσας της Ελληνικής αλλά και της μητρικής τους είναι ελκυστική! Οπως ελκυστική ­ και συγκινητική ­ είναι η πρόθεση του κ. Μπατρίνου να πετύχει να εγκαταλείψουν οι αγγλόφωνοι για τα Ελληνικά τη γνωστή φράση «it's Greek to me» (αντίστοιχη προς το δικό μας «αυτά είναι Κινέζικα») και να περάσουν στη φράση «it's familiar to me» («μου είναι γνωστά» ενν. τα Ελληνικά). Συγχαρητήρια, γιατρέ, για το «έξυπνο» και ενδιαφέρον βιβλίο σας ­ ζητήστε, πάντως, τη βοήθεια κάποιου φιλολόγου (και μάλιστα γλωσσολόγου) να άρει μερικά γλωσσολογικά αστοχήματα του έργου, για να γίνει ακόμη καλύτερο.

Το βιβλίο «Η Νέα Ελληνική ως ξένη γλώσσα», συλλογικός τόμος άρθρων των Μάρως Κακριδή, Δέσποινας Μαρκοπούλου, Αικατερίνης Μπακάκου, Αμαλίας Μόζερ, Φώτη Καβουκόπουλου, Αννας Συμεωνίδου, Αθηνάς Πανάρα, Δ. Μανάβη, Φ. Τζεκάκη και Ευγ. Γεωργαντζή, είναι προϊόν σειράς μαθημάτων που έγιναν στο Ιδρυμα Γουλανδρή-Χορν για τη διδασκαλία της Ελληνικής σε ξένους. Εχοντας γράψει έναν εκτενή εισαγωγικό πρόλογο στο βιβλίο, είχα την ευκαιρία να διαβάσω όλα τα άρθρα του τόμου. Συμβουλεύω, λοιπόν, όλους όσοι ενδιαφέρονται για την Ελληνική γλώσσα να διαβάσουν αυτό το βιβλίο. Θα ευαισθητοποιηθούν λ.χ. (από τις κυρίες Κακριδή, Μαρκοπούλου) στο καίριο θέμα της γλωσσικής ποικιλίας, που χαρακτηρίζει την Ν. Ελληνική, και της ανάγκης διδακτικής αξιοποίησής της. Θα προβληματιστούν (από την κ. Συμεωνίδου) στο σημαντικό θέμα της παραγωγής και σύνθεσης των λέξεων της Ν. Ελληνικής, όπως θα προβληματιστούν (από την κ. Μπακάκου) για το πώς μπορεί κανείς να διδάξει στους ξένους συστηματικά και αποτελεσματικά το λεξιλόγιο της Ν. Ελληνικής περνώντας μέσα από τα σημασιολογικά πεδία των λέξεων και τις συνωνυμικές τους σχέσεις. Θα μάθει πολλά επίσης (από την κ. Μόζερ) για το δύσκολο θέμα του ποιού ενεργείας των ρημάτων της Ελληνικής, που δυσκολεύει ιδιαίτερα τους ξένους οι οποίοι μαθαίνουν Ελληνικά, όπως θα ευαισθητοποιηθεί (από την κ. Πανάρα) για ορισμένα φωνολογικά θέματα της Ελληνικής σε σχέση με την Αγγλική. Από τον κ. Καβουκόπουλο μπορεί να δει ο ενδιαφερόμενος τη στατιστική συχνότητα της χρήσης των ουσιαστικών της Ελληνικής κι ανάλογα να ιεραρχήσει την ύλη διδασκαλίας στους ξένους. Μεθοδολογικά θα βοηθηθεί πολύ επίσης από τις υποδείξεις και τη διδακτική πείρα των κ. Μανάβη και Τζεκάκη και της κ. Γεωργαντζή, οι οποίες αξιοποιούν στη διδασκαλία τις δυνατότητες της επικοινωνιακής μεθόδου.

Με βιβλία όπως αυτό ενισχύεται σημαντικά πλέον η υποδομή που χρειάζεται όποιος μιλάει, γράφει και διδάσκει κυρίως τη σύγχρονη Ελληνική σε ξένους ­ αλλά όχι λιγότερο και σε Ελληνες.

Ακόμη πιο σημαντικά θέματα ­ θέματα υποδομής, όπως τα χαρακτηρίζω ­ βρίσκουμε και στο ενδιαφέρον συλλογικό έργο «Ζητήματα Νεοελληνικής Γλώσσας». Εδώ νεότεροι ιδίως γλωσσολόγοι, στο πλαίσιο του γλωσσικού προγράμματος Lingua, ανέλαβαν και μελέτησαν μια σειρά από επιμέρους θέματα. Τα πορίσματα είναι όλα σημαντικά, συχνά και με αρκετή πρωτοτυπία πέρα από μια συστηματοποίηση των εξεταζομένων θεμάτων που υπάρχει σε όλα τα μελετήματα. Ο κ. Καβουκόπουλος επανέρχεται εδώ στο θέμα της στατιστικής προσέγγισης των μερών του λόγου της Ελληνικής (ουσιαστικών, επιθέτων, ρημάτων) που είχε αξιοποιήσει και στο δημοσίευμα που αναφέραμε ήδη. Τα συμπεράσματά του είναι βέβαιο ότι θα αξιοποιηθούν και από τους αναλυτές και από τους διδακτικούς της ελληνικής γλώσσας. Με το ρήμα της Ελληνικής ασχολείται η κ. Αννα Ιορδανίδου, προτείνοντας κατηγοριοποιήσεις που, χωρίς να είναι πρωτότυπες, είναι συστηματικές και απαραίτητες στη διδασκαλία. Τις συμπληρωματικές προτάσεις (προτάσεις με ότι/πως και με να) μελετάει η κ. Αικ. Παπαφίλη που προχωρεί επίσης σε χρήσιμες κατηγοριοποιήσεις, αξιοποιήσιμες στη διδασκαλία και στην περιγραφή της δομής της νέας ελληνικής γλώσσας. Ο συνάδελφος Γ. Μαγουλάς και η δ. Ευγ. Μαγουλά μελετούν την τυπολογία της προτάσεως, τα είδη δηλ. των προτάσεων που χρησιμοποιούνται στην Ελληνική, σε μια πολύ περιεκτική αλλά και πολύ ουσιαστική μελέτη. Η κ. Μαρκοπούλου, που έχει μελετήσει και στο παρελθόν τα χαρακτηριστικά (δομή και λειτουργία) των επιθέτων της Ελληνικής, συστηματοποιεί μέσα σε λίγες σελίδες τη λειτουργία αυτών των βασικών στοιχείων της γλωσσικής επικοινωνίας, φωτίζοντας πλευρές απαραίτητες στη διδασκαλία της σύγχρονης γλώσσας. Δύο πολύ καλές μελέτες, μία για την παραγωγή και μία για τη σύνθεση, μας δίνουν η κ. Ευ. Θωμαδάκη και η συνάδελφος κ. Αννα Συμεωνίδου. Σ' αυτές φωτίζονται δύσκολα προβλήματα της ανάλυσης των παραγωγικών καταλήξεων και των διαφόρων μορφών συνθέσεως, που πραγματικά συμβάλλουν σε μια βαθύτερη κατανόηση αυτών των καίριων λεξιλογικών μηχανισμών της γλώσσας μας. Τη σειρά των όρων των λέξεων, αυτό το πολυμελετημένο και πάντοτε ανοιχτό σε πτυχές του πρόβλημα της χρήσης της νεοελληνικής γλώσσας, μελετάει διεισδυτικά και με γνώση του θέματος η κ. Γ. Κατσιμαλή. Ευχάριστη έκπληξη για τον αναγνώστη αποτελεί η αποκαλυπτική μελέτη της κ. Αν. Χριστοφίδου, η οποία εξετάζει τα προτασιακά επιρρήματα (λοιπόν, εξάλλου, ακόμη, τέλος, μόνο κ.τ.ό.), τους κειμενικούς δείκτες όπως σωστά τους αποκαλεί, οι οποίοι διέπουν τις διαπροτασιακές σχέσεις μέσα στο κείμενο και οι οποίες δεν έχουν μελετηθεί αρκετά στη Ν. Ελληνική.

Μειονέκτημα του βιβλίου αυτού (και λιγότερο του προηγούμενου) είναι ο ασύνδετος και αποσπασματικός χαρακτήρας των θεμάτων που μελετώνται ­ συχνό φαινόμενο μελετών που γίνονται στο πλαίσιο κάποιου ερευνητικού προγράμματος ­, χωρίς ο ένας μελετητής να γνωρίζει τι λέει ο άλλος, ενίοτε για πολύ συναφή θέματα. Πρόκειται για κεφάλαια που έχουν συνταχθεί από διαφορετικούς συγγραφείς, συχνά με διαφορετική μέθοδο, προβληματισμό και οπτική γωνία. Λείπει δηλ. η συνοχή που θα έφερνε εγγύτερα και θα έκανε ακόμη πιο χρήσιμα τα μελετώμενα αντικείμενα.

Ωστόσο, η προσφορά παραμένει πολύ σημαντική. Η συμβολή στη δημιουργία υποδομής2 για την περιγραφική ανάλυση και διδασκαλία της Ν. Ελληνικής είναι αναμφισβήτητη. Ο γράφων τις γραμμές αυτές, μάλιστα, έχει τη χαρά και την ικανοποίηση να βλέπει μαθητές του νέους και νέες Γλωσσολόγους επιστήμονες να παράγουν γνήσιο και σημαντικό επιστημονικό έργο που αληθινά προάγει τη γνώση μας για την ελληνική γλώσσα. Η γλωσσολογία στην Ελλάδα προχωρεί με ραγδαίους ρυθμούς και δικαιούμεθα να προσδοκούμε στο εγγύς μέλλον εντυπωσιακή βελτίωση στην επιστημονική σπουδή της γλώσσας μας.

Σημειώσεις

1. Γ. Μπαμπινιώτη (σε συνεργασία με Α. Αναγνωστοπούλου, Ε. Αργυρούδη, Μ. Κολυβά και Ν. Μήτση): Ελληνική Γλώσσα. Εγχειρίδιο διδασκαλίας της Ελληνικής ως δεύτερης (ξένης) γλώσσας (Αθήνα 1995, 5η έκδ. αναθεωρημένη, Εκδ. Ιδρύματος Μελετών Λαμπράκη).

2. Σημαντική συμβολή στη δημιουργία έργου υποδομής για τη σύγχρονη σπουδή της ελληνικής γλώσσας είναι α) Οι «Μελέτες για τη Γλωσσολογία» που δημοσιεύονται σε συλλογικούς τόμους από τις Συναντήσεις Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και β) Το περιοδικό Γλωσσολογία, το μόνο γλωσσολογικό περιοδικό στην Ελλάδα (έχουν εκδοθεί 10 τόμοι), όπου δημοσιεύονται πρωτότυπες επιστημονικές μελέτες για τη γλώσσα και τη γλωσσολογία, με έμφαση στην ελληνική γλώσσα.

Ο Γιώργος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής της γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

  

Ετικέτες: Γλώσσα