Γλωσσικά ανθρώπινα δικαιώματα

Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ (Νέες Εποχές, σ. 5)
2 Μαρτίου 1997

Το δικαίωμα να εκφράζεσαι στη μητρική σου γλώσσα είναι ένα από τα πιο βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, αφού η γλωσσική έκφραση είναι κατεξοχήν χαρακτηριστικό της ελευθερίας, της προσωπικότητας και της βαθύτερης υπόστασης του ανθρώπου. Μιλώντας σε μια γλώσσα που δεν είναι μητρικά κατακτημένη έχεις αναπόφευκτες απώλειες, αδυναμίες και κενά στην επικοινωνία σου που έχουν επίπτωση στους σκοπούς που επιδιώκεις επικοινωνώντας και στην όλη εικόνα που σχηματίζει ο άλλος για σένα ως προς τη μόρφωση, την ευφυΐα, τις ικανότητες και την όλη σου προσωπικότητα.

Γι' αυτό όλο και περισσότερο, από παλιά αλλά προπάντων στις μέρες μας, συζητούνται από κοινού με τα λοιπά ανθρώπινα δικαιώματα ή και αυτοτελώς τα γλωσσικά δικαιώματα του ανθρώπου και οι παραβιάσεις που διαπράττονται σε πολλές χώρες του κόσμου.

Οι παραβιάσεις των γλωσσικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων εμφανίζονται με ποικίλες μορφές και, για ακραίες περιπτώσεις, έχουν επινοηθεί και ειδικοί όροι που τις χαρακτηρίζουν, όπως είναι το γλωσσοκτονία ή το γλωσσοφαγία (glottophagie) ή το γλωσσικός κανιβαλισμός. Χαρακτηριστική περίπτωση παραβιάσεως των γλωσσικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι η πολιτική της Τουρκίας απέναντι στους Κούρδους. Δύο γνωστοί μελετητές, οι R. Phillipson και Τ. Skutnaibb-Kangas, γράφουν (Linguistic Rights and Wrongs, στο περ. Applied Linguistics 16, 1995, σ. 468): «Μια ακραία περίπτωση κράτους - μέλους του Συμβουλίου της Ευρώπης με καθαρώς γλωσσοκτόνο πολιτική είναι η Τουρκία, η οποία απαγορεύει τη χρήση της Κουρδικής γλώσσας. Πρόσφατες "διακοσμητικές" συνταγματικές αλλαγές δεν έκαναν τίποτε για να μειώσουν αυτή την πολιτική, που είναι μέρος μιας κατά τα άλλα αφομοιωτικής και γενοκτόνου πολιτικής απέναντι στους Κούρδους. Οι Κούρδοι είναι σαφές παράδειγμα ενός λαού που υφίσταται σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του, λαού για τον οποίο τα γλωσσικά δικαιώματα είναι απαραίτητα για την ίδια την επιβίωσή του».

Μικρότερα ή και ανάλογα προβλήματα εμφανίστηκαν στις μεταποικιακές και μετακομουνιστικές χώρες, όπου οι μητρικές γλώσσες είχαν συστηματικά παραγκωνιστεί προς όφελος της επίσημης αποικιακής γλώσσας (αγγλικής, γαλλικής, ολλανδικής κ.λπ.) ή της ρωσικής γλώσσας, προκειμένου για τα κομουνιστικά κράτη της πρώην Σοβιετικής Ενωσης. Είναι γνωστή η στάση της Ρωσίας σε σχέση με ορισμένες βαλτικές χώρες, από τις οποίες αρνιόταν να αποσύρει τα στρατεύματά της για να προστατεύσει δήθεν στις χώρες αυτές τα δικαιώματα μειονοτήτων που μιλούσαν τη ρωσική γλώσσα.

Οπως είναι γνωστά τα προβλήματα δίγλωσσων (ή και πολύγλωσσων) χωρών, όπως είναι η Ελβετία, το Βέλγιο, η Φινλανδία, ο Καναδάς και, με άλλη μορφή, η Ισπανία ή η Ιρλανδία, όπου τα γλωσσικά δικαιώματα μεγάλου μέρους του πληθυσμού απασχολούν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ευρωπαϊκά ή διεθνή όργανα για τις νομοθετικές ρυθμίσεις που θεσπίζουν αυτές οι χώρες για την προστασία των γλωσσικών δικαιωμάτων.

Πρόσφατη, άλλωστε, είναι στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας η κατάφωρη παραβίαση των γλωσσικών δικαιωμάτων που πήγε να συντελεσθεί με την προώθηση 5 από τις 10 γλώσσες της Κοινότητας ως επίσημων γλωσσών για τις εργασίες των οργάνων της Κοινότητας. Η θεσμοθέτηση αυτή, αν ευοδωνόταν, θα παραβίαζε τα γλωσσικά δικαιώματα όλων των μικρότερων χωρών της Κοινότητας, στων οποίων τους πολίτες θα απαγορευόταν θεσμικά να μιλούν στα όργανα της Κοινότητας την εθνική τους γλώσσα, υποχρεώνοντάς τους να εκφράζονται μέσα από μια ξένη γλώσσα.

Στην Ελλάδα η μόνη υπάρχουσα μειονότητα, η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, απολαύει ορθώς των γλωσσικών της δικαιωμάτων όχι μόνο να μιλάει ελεύθερα αλλά και να διδάσκονται τα μουσουλμανόπαιδα στα σχολεία την τουρκική γλώσσα παράλληλα με την επίσημη γλώσσα της χώρας της οποίας είναι πολίτες, την ελληνική γλώσσα. Εκεί που τα πράγματα έχουν στρεβλωθεί από ακατανόητη εκπαιδευτική πολιτική της χώρας είναι οι κοινότητες των Ελλήνων Πομάκων.

Οι άνθρωποι αυτοί μιλούν ως μητροδίδακτη γλώσσα την πομακική, που είναι μια σλαβική (βουλγαρική) διάλεκτος. Ωστόσο, από ολιγωρία της ελληνικής Πολιτείας ­ ίσως και από στρεβλή αντίληψη της καταστάσεως ­ τα πομακόπουλα διδάσκονται ως μητρική γλώσσα την Τουρκική! Ο λόγος; Επειδή είναι κατά το πλείστον μουσουλμανικής θρησκείας. Αλλά τι σχέση έχει η θρησκευτική τους πίστη με μια ξένη γι' αυτά γλώσσα, την Τουρκική; Το σωστό και το αναμενόμενο θα ήταν παράλληλα προς τα Ελληνικά να διδάσκονται και την πομακική από ντόπιους Ελληνες Πομάκους δασκάλους, με τη γλωσσολογική στήριξη που χρειάζεται μια προφορικά μόνο χρησιμοποιούμενη γλώσσα όπως είναι τα Πομάκικα.

Η διδασκαλία της τουρκικής γλώσσας και η γνώση αυτής της γλώσσας, περισσότερο ίσως από την κοινή θρησκευτική πίστη, έφερε τους Ελληνες Πομάκους εγγύτερα και σχεδόν τους ταύτισε με τους τουρκόφωνους Ελληνες της Θράκης.

Διαφορετικά έχει το πράγμα, βεβαίως, με τα Αρβανίτικα ή τα Τσιγγάνικα ή τα Κουτσοβλάχικα ή και τα Σλαβομακεδονικά που μιλιούνται ­ σε πολύ περιορισμένη κλίμακα τα Αρβανίτικα, τα Κουτσοβλάχικα και ιδίως τα Σλαβομακεδονικά, σε μεγαλύτερη κλίμακα τα Τσιγγάνικα ­ από Ελληνες που μέσα από την προφορική παράδοση μαθαίνουν λέξεις ή φράσεις ή και έναν περιορισμένης χρήσεως κώδικα από τις αντίστοιχες γλώσσες. Είναι πλούτος για μια χώρα όταν οι πολίτες της παράλληλα προς τη μητρική τους γλώσσα, εν προκειμένω την Ελληνική, γνωρίζουν και μίαν άλλη γλώσσα, που έχει προφορικά επιβιώσει στο στόμα μικρού αριθμού Ελλήνων ομιλητών.

Η γνώση των γλωσσικών αυτών μορφών όχι μόνο δεν αποτελεί «απειλή» για την εθνική γλώσσα, αλλά αποτελεί και τμήμα της γλωσσικής ιστορίας των Ελλήνων που πρέπει να μελετάται επιστημονικά και να αντιμετωπίζεται ως κομμάτι της εθνικής κληρονομιάς. Οσοι ­ ξένοι κυρίως απληροφόρητοι ή παροδηγημένοι ­ αναζητούν στους γλωσσικούς αυτούς κώδικες εθνικές (!) μειονότητες, βρίσκονται στον ίδιο παραλογισμό όπως αν θεωρούσαμε ελληνική εθνική μειονότητα της Ιταλίας τους ελληνόφωνους Ιταλούς ορισμένων χωριών της Καλαβρίας και της Απουλίας στην Κάτω Ιταλία...

Ετικέτες: Γλώσσα