Πού βαδίζει το ελληνικό Πανεπιστήμιο;

Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ (Νέες Εποχές)
13 Οκτωβρίου 2002

 

Μια σειρά από πρόσφατες συζητήσεις με πρυτάνεις και καθηγητές ξένων μεγάλων Πανεπιστημίων τής Ιαπωνίας και τής Αυστραλίας ενίσχυσε την ανησυχία μου για τους ρυθμούς ανάπτυξης τού ελληνικού πανεπιστημίου. Πρόκειται για αγώνα δρόμου στον οποίον έχουν αποδυθεί όλα ανεξαιρέτως τα πανεπιστήμια, κατεξοχήν δε τα δημόσια, για να ανταποκριθούν στις σύγχρονες ανάγκες, να λύσουν προβλήματα (που υπάρχουν παντού) και να σχεδιάσουν το μέλλον τους.

Μεταξύ πολλών άλλων, επιδιώκουν διάφορες μορφές συνεργασίας μεταξύ των πανεπιστημίων ώστε να αυξηθεί η «κινητικότητα», οι διαμετακινήσεις φοιτητών σε περισσότερα πανεπιστήμια ώστε να γνωρίσουν άλλους τρόπους έρευνας, σπουδής και επιστημονικής σκέψης με ταυτόχρονη αναγνώριση των σπουδών που διεξάγουν (ενός ή περισσοτέρων εξαμήνων και των ανάλογων πιστωτικών μονάδων σπουδών). Ετσι ο φοιτητής αποκτά μια ευρύτερη θέαση των πραγμάτων, μαθαίνει να σκέπτεται διαφορετικά, να εργάζεται και να συνεργάζεται σε διαφορετικές συνθήκες και να συνειδητοποιεί από μόνος του πού βαδίζει η επιστήμη σήμερα. Ανάλογες διαμετακινήσεις γίνονται και ανάμεσα στα μέλη τού διδακτικού προσωπικού που γνωρίζουν τα προβλήματα και τους προβληματισμούς άλλων πανεπιστημιακών στα αντικείμενα τής επιστήμης τους αλλά και στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση γενικότερα.

Οι αναπροσαρμογές των προγραμμάτων σπουδών ώστε να αντιμετωπίζονται νέες ανάγκες αποτελεί αυτονόητη και συνήθη διαδικασία. Επίσης κάτι νέο -και αδιανόητο για εμάς- είναι η προετοιμασία των σπουδαστών και οι δυνατότητες που τους δίνονται προγραμματισμένα για αλλαγή επιστήμης και επαγγέλματος. Μόνιμο δε, γενικό και οξύ πρόβλημα όλων των διοικητικών στελεχών των Πανεπιστημίων (ιδίως των Πρυτάνεων ή Προέδρων) είναι η αναζήτηση πόρων για την έρευνα, για ενίσχυση και απασχόληση των φοιτητών και γενικά για τις ανάγκες αναπτύξεως τού Πανεπιστημίου. Οι πόροι αυτοί προέρχονται από κρατική χρηματοδότηση ανάλογα με τον αριθμό των εκπαιδευομένων φοιτητών και το αναπτυξιακό πρόγραμμα τού Πανεπιστημίου (ίδρυση νέων Τμημάτων ή θέσεων ή προγραμμάτων κ.τ.ό.), αλλά και από αναζήτηση χορηγιών και σε μεγάλο βαθμό από αυτοχρηματοδότηση των Πανεπιστημίων (προσφορά αμειβομένων υπηρεσιών στην υγεία, στην τεχνολογία, στην επιμόρφωση κ.λπ.).

Βέβαια είναι αυτονόητο -και εδώ φαίνεται το ανοιχτό μυαλό και η αξιοκρατία σε χτυπητή αντίθεση με ορισμένες δικές μας αγκυλώσεις- ότι δεν μπορείς να διεκδικήσεις τίποτε απ' όλα αυτά, χωρίς να δεχθείς να αξιολογηθεί η προηγούμενη και η προγραμματιζόμενη επιστημονική δραστηριότητά σου (τα επιστημονικά σου δημοσιεύματα, η αποδεδειγμένη επιστημονική παρουσία μέσω αναφορών, το επίπεδο τής έρευνας και των σπουδών, οι προϋποθέσεις -σε υποδομή και επιστημονικό δυναμικό- για την πραγματοποίηση τής έρευνάς σου κ.λπ.). Ως προς τις δικές μας αγκυλώσεις, που λειτουργούν και ως ανασχετικοί φραγμοί για την ανάπτυξη των πανεπιστημίων μας, είναι δύο ειδών: α) αναχρονιστικές ιδεοληψίες (ότι τάχα η αξιολόγηση ενός Πανεπιστημίου μπορεί να οδηγήσει σε υποβάθμιση των πτυχίων! το ίδιο και οι μεταπτυχιακές σπουδές! η αυτοχρηματοδότηση -κάθε αυτοχρηματοδότηση- οδηγεί στην εξάρτηση από το κεφάλαιο! και άλλες τέτοιες ανορθολογικές και ιδεολογικοποιημένες τοποθετήσεις, που δεν θα περίμενε κανείς να υπάρχουν σήμερα στον κατεξοχήν χώρο τής κριτικής και ορθολογικής σκέψης, το Πανεπιστήμιο)· β) κρατικές ρυθμίσεις ασυμβίβαστες με μια ουσιαστική αυτοδιοίκηση των Πανεπιστημίων (πέρα από ορισμένους γενικούς όρους και μια υψηλή εποπτεία -παράλληλα με έναν ευπρόσδεκτο και σκληρό έλεγχο στην οικονομική διαχείριση που ήδη υπάρχει και καλώς υπάρχει- το Κράτος δεν πρέπει να προβαίνει σε ρυθμιστικές παρεμβάσεις).

Για να μπορέσει το ελληνικό δημόσιο Πανεπιστήμιο να συμβαδίσει και να ανταγωνιστεί τα ξένα Πανεπιστήμια στη ραγδαία τους ανάπτυξη και να μην υποβαθμιστεί σε πανεπιστήμιο τριτοκοσμικής μορφής ή και σε ορισμένες μορφές ιδιωτικού πανεπιστημίου-επιχείρησης, πρέπει όλοι μας (Κράτος, διδακτικό προσωπικό, διοίκηση των Πανεπιστημίων, φοιτητές) να συνειδητοποιήσουμε ότι, αν συνεχίσουμε τους ίδιους βραδείς ρυθμούς ανάπτυξης και τους ίδιους τρόπους σκέψης, θα υποβαθμιστούμε στον ευρωπαϊκό και στον διεθνή χώρο τής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αυτό δεν έχει μέχρι σήμερα συμβεί και γιατί οι συνθήκες, οι ρυθμοί, οι ανάγκες και οι προβληματισμοί ήταν διαφορετικοί, και γιατί το δυναμικό των ελληνικών πανεπιστημίων σε διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό αλλά και σε φοιτητές είναι συγκριτικά υψηλό, ως προϊόν διαδικασιών απαιτητικής επιλογής. Ωστόσο σήμερα τα πράγματα αλλάζουν και αλλάζουν ραγδαία. Κι αλίμονο στα Πανεπιστήμια που θα βρεθούν έξω από αυτή την τροχιά. Και θα βρεθούμε εκτός, αν το Υπουργείο Παιδείας δεν θωρακίσει θεσμικά τα Πανεπιστήμια να ξεπεράσουν γνωστές δυσλειτουργίες που έχουν από καιρό επισημάνει οι Πρυτάνεις όλων των πανεπιστημίων (κατάλυση τής λειτουργίας των οργάνων διοικήσεως από οργανωμένες ομάδες ελάχιστων ασυνεννόητων λογικά φοιτητών σε καιρούς που χρειάζονται γενναίες, τολμηρές και γρήγορες αποφάσεις των οργάνων διοικήσεως, καταλήψεις χώρων τής διοικήσεως που δεν έχουν καμία σχέση με το πανεπιστημιακό άσυλο, το οποίο πρέπει να προστατευτεί για ιστορικούς αλλά και σύγχρονους λόγους που κατοχυρώνουν την ελευθερία τής σκέψεως και τής διακίνησης των ιδεών). Επίσης, πρέπει να διευρυνθεί ακόμη περισσότερο η ουσιαστική αυτοδιοίκηση των Πανεπιστημίων, να αυξηθεί σημαντικά εις βάρος άλλων δαπανών η κρατική χρηματοδότηση και, τελευταίο αλλά καθόλου λιγότερο σημαντικό, να εξασφαλισθεί η οικονομική αξιοπρέπεια των πανεπιστημιακών.