Εισαγωγή στα Πανεπιστήμια. Θετικά μέτρα προς λάθος κατεύθυνση

Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ  (Νέες Εποχές)
13 Νοεμβρίου 2011

Το νέο σύστημα εισαγωγής στα ΑΕΙ που προτείνεται από το Υπουργείο Παιδείας και τού οποίου τα κύρια σημεία δόθηκαν στο «Βήμα» (23 Οκτωβρίου) έχει αρκετά θετικά στοιχεία, αλλά συνολικά κινείται προς λάθος κατεύθυνση. Ας πούμε πρώτα τα θετικά στοιχεία. Αυτά είναι: α) η μείωση των εξεταζομένων μαθημάτων, β) ο συνυπολογισμός τής βαθμολογίας των δύο τελευταίων τάξεων τού Λυκείου, γ) η καθιέρωση μιας γενικής δοκιμασίας (τεστ) γνώσεων / δεξιοτήτων, δ) η εξέταση βάσει μιας ευρύτερης ύλης, ε) ο προσδιορισμός τού ύψους βαθμολογίας εισαγωγής (τού συντελεστή βαρύτητας) από τα οικεία τμήματα (εφόσον δεν καταργηθούν… ) των ΑΕΙ.
Το σύστημα που προτείνεται είναι –σε γενικές γραμμές– ένα β΄ σενάριο εισαγωγής στα ΑΕΙ που περιελήφθη στο τελικό πόρισμα τού Εθνικού Διαλόγου για την Παιδεία, προερχόμενο από πρόταση τού (τότε) Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. Δεν είναι, δυστυχώς, το σύστημα που κυρίως προτάθηκε για εισαγωγή στα ΑΕΙ, το οποίο στηρίζεται σε μια διαφορετική λογική, στην επίλυση των δύο καίριων προβλημάτων: α) τού κοινωνικά απάνθρωπου και παιδευτικά αναξιόπιστου χαρακτήρα τού ισχύοντος συστήματος, και β) τής επαναφοράς τού Λυκείου σε καίρια μορφωτική βαθμίδα, αντί τής φροντιστηριακής (και μάλιστα αποτυχημένης γενικά) λειτουργίας που έχει σήμερα. 
Το πρώτο μείζον πρόβλημα που δεν λύνεται από το προτεινόμενο σύστημα είναι ο απάνθρωπος και αναξιόπιστος χαρακτήρας του, έστω και αν θεωρείται –και είναι εν πολλοίς– ένα αδιάβλητο σύστημα. Είναι απάνθρωπο το ισχύον σύστημα γιατί σε μία και μόνο εξέταση για ένα ολόκληρο έτος και εντός 3 ωρών κρίνεται, σε περίπτωση αποτυχίας που μπορεί να προέλθει και από ένα μόνο μάθημα, το μέλλον ενός νέου ανθρώπου με πάμπολλες οικονομικές, ψυχολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Είναι και αναξιόπιστο, γιατί πολλοί επιτυγχάνοντες δεν είναι πάντοτε οι καταλληλότεροι για επιτυχημένες επιστημονικές σπουδές ούτε πολλοί αποτυγχάνοντες μειονεκτούν, στην πραγματικότητα, έναντι όλων αυτών που πέτυχαν! Κι αυτό γιατί το ισχύον σύστημα δεν επιλέγει με αξιοπιστία τα καλύτερα μυαλά, τα πιο δημιουργικά. Επιλέγει με βάση κυρίως την ικανότητα απομνημόνευσης και αναπαραγωγής όγκων πληροφοριών χωρίς ικανότητες κριτικής σκέψης, σύνθεσης και εμβάθυνσης. Το μόνο καλό που έχει –σε μεγάλο βαθμό– είναι ένα αίσθημα ασφαλείας και αντικειμενικότητας (που κι αυτό ακόμη μπορεί να κλονισθεί αν η επιτήρηση στις εξετάσεις δεν γίνεται με τη δέουσα υπευθυνότητα σε μικρές ιδίως γεωγραφικές περιοχές ή αν τα γραπτά των μαθητών κάποιων σχολείων κριθούν υπερβολικά αυστηρά λόγω δήθεν τής οικονομικής στάθμης των μαθητών ορισμένων προνομιούχων περιοχών ή σχολείων).
Το δεύτερο, εξίσου μεγάλο αν όχι μεγαλύτερο, μειονέκτημα τού ισχύοντος που διατηρείται και στο προτεινόμενο σύστημα είναι ότι εξακολουθεί να διατηρεί το Λύκειο ως φροντιστήριο προετοιμασίας για τα ΑΕΙ. Ωστόσο, πρόκειται ως γνωστόν για ένα αποτυχημένο φροντιστήριο, απαξιωμένο στη συνείδηση των μαθητών και των γονέων προς όφελος τού ιδιωτικού φροντιστηρίου που –με την πλήρη προσαρμογή του στο ισχύον σύστημα– έχει αποκτήσει κύρος, αξιοπιστία και τείνει στην πράξη να υποκαταστήσει τη μάθηση στο σχολείο. Το τραγικό είναι ότι έχει αχρηστευθεί στην πράξη το μορφωτικό και παιδαγωγικό έργο των εκπαιδευτικών στο Λύκειο που κρίνονται με μόνο κριτήριο το πόσο καλοί είναι σε σχέση με τις εισαγωγικές εξετάσεις. 
Η λύση είναι αυτό που προτείναμε στον Εθνικό Διάλογο για την Παιδεία: Η δημιουργία ενός εθνικού εξεταστικού φορέα στον οποίο θα εξετάζονται οι υποψήφιοι για τα ΑΕΙ. (κάτι σαν τον ΑΣΕΠ ή τους αντίστοιχους εξεταστικούς φορείς στην Αγγλία και αλλού). Σ’ αυτόν οι υποψήφιοι φοιτητές θα μπορούν να δίνουν εξετάσεις μέχρι και 3 φορές τον χρόνο, εφόσον χρειασθεί να βελτιώσουν τη βαθμολογία τους σε ένα ή περισσότερα μαθήματα (με ανάλογη μείωση των μορίων εισαγωγής σε κάθε επανάληψη τής εξέτασης). Έτσι θα γίνει πιο ανθρώπινο το σύστημα των εξετάσεων και κάθε υποψήφιος θα ρυθμίζει τον χρόνο εισαγωγής στο επιθυμητό τμήμα και μόνον (καιόχι όπου τύχει να βρεθεί) ανάλογα με τον χρόνο προετοιμασίας και τις πραγματικές του ικανότητες, χωρίς οι εισαγωγικές εξετάσεις να αποτελούν μείζον πρόβλημα σε πανελλήνια κλίμακα. Με αυτόν τον τρόπο το Λύκειο θα απελευθερωθεί από τον φροντιστηριακό του ρόλο και τον βραχνά των εισαγωγικών εξετάσεων και θα τού δοθεί ο χρόνος να εστιασθεί σε μια πραγματική μόρφωση κατά την περίοδο τής ηλικίας των μαθητών (15 – 18 ετών) που έχουν τη μεγαλύτερη προσληπτική και δημιουργική ικανότητα. Μια ουσιαστική αναμόρφωση τού προγράμματος τού Λυκείου θα εξασφάλιζε αυτόν τον καίριο παιδευτικό του ρόλο. Έχοντας αποφοιτήσει από το Λύκειο οι μαθητές, μ’ ένα απολυτήριο που μπορεί να επανακτήσει βαθμηδόν τη χαμένη του αξία, θα χωρήσουν είτε στις εξετάσεις που θα διεξάγει το Εθνικό Εξεταστικό Κέντρο (από ειδικούς εκπαιδευτικούς τής μαχομένης Εκπαίδευσης και εξειδικευμένους πανεπιστημιακούς) με έγκυρο, αξιόπιστο και αδιάβλητο εξεταστικό σύστημα, είτε θα στραφούν αμέσως στον χώρο εργασίας. Τα ΑΕΙ, διαφοροποιούμενα ως προς τις απαιτήσεις τους, θα έχουν λόγο στην εισαγωγή των φοιτητών τους διαμορφώνοντας τους όρους εισαγωγής (την απαιτούμενη κατά μάθημα και κλάδο βαθμολογία).
Άρα τα πραγματικά προβλήματα τού σημερινού αποτυχημένου συστήματος εισαγωγής στα ΑΕΙ δεν επιλύονται και με το προτεινόμενο σύστημα, απλώς γίνονται ορισμένες βελτιώσεις στο υπάρχον σύστημα. Εδώ δεν αποτολμήθηκαν πάλι οι ριζικές λύσεις και ανατροπές που απαιτούνταν για ένα θέμα που ενδιαφέρει το μεγαλύτερο μέρος τού ελληνικού λαού. Πιθανότατα λόγω τής δεινής οικονομικής καταστάσεως στην οποία βρίσκεται αυτή τη στιγμή η χώρα και με χαίνον το πρόβλημα τής μεταρρύθμισης στην Ανώτατη Παιδεία, η πολιτική ηγεσία τού Υπουργείου Παιδείας έκρινε ότι δεν μπορεί να προχωρήσει τώρα σε ριζικές αλλαγές. Έτσι, δεν λύνεται και αυτή τη φορά το μείζον πρόβλημα τού τρόπου εισαγωγής στα ΑΕΙ σε συνδυασμό με την απελευθέρωση τού Λυκείου από τον φροντιστηριακό χαρακτήρα του. Ούτε η ελληνική οικογένεια ανασαίνει, ούτε η Παιδεία μας αναβαθμίζεται.